Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

«Τί ποιήσω ίνα ζωήν αιώνιον κληρονομήσω;» (Κυριακή ΙΓ΄Λουκά)

 
undefined
Του πρ. Επισκ. Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης, Αθαν. Γιέβτιτς.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στο Ευαγγέλιο, από τόσους που μνημονεύονται και αναφέρονται, κανείς δεν έχει θέσει τέτοια ριζική, οριακή, θα έλεγα, ερώτηση στον Χριστό, όσον ένας νέος.  Σημειώνουν οι Ευαγγελιστές ότι προσήλθε στον Χριστό ένας νέος και του έθεσε την πιο μεγάλη, την πιό ριζική, την πιο οριακή ερώτηση:
«Διδάσκαλε αγαθέ, τί ποιήσω ίνα ζωήν αιώνιον κληρονομήσω;» Τί να κάνω να κερδίσω, να έχω τη ζωή την αιώνια; Βέβαια προσήλθε προς τον Χριστό ως, ένα μεγάλο σοφό διδάσκαλο, γι’ αυτό ο Χριστός του απάντησε: «Γιατί με λέγεις αγαθόν, μόνον ο Θεός είναι αγαθός». Του υπενθυμίζει την ιδιότητα του Θεού και με αυτόν τον τρόπο σαν να του λέει, «μήπως θέλεις να πιστέψεις ότι είμαι και πάρα πέρα από σοφός διδάσκαλος;». Εν πάσει περι­πτώσει, η ερώτηση αυτή είναι η πιο ριζική ερώτηση σ’ όλη την ιστορία της ανθρωπότητος. Και ο νεαρός δεν ρώτησε  από εγωισμό, «Κύριε, τί να κάνω για να ζήσω αιώνια», αλλά διότι είναι το πιο φυσικό πράγμα στο νέο άνθρωπο να ζητήσει πλήρες νόημα και περιεχόμενο της ζωής.
 Η ζωή αυτή στον κόσμο και κυρίως όπως την ζει ο νέος άνθρωπος, σαν να ανοίγει μόνον τις ορέξεις για τη ζωή. Και στην συνέχεια έρχεται η ζοφερή πραγματικότητα και σαν να δηλητηριάζει αυτές τις αγνές ορέξεις, εφέσεις, επιθυμίες, προσδοκίες, νοσταλγίες, ελπίδες που έχει ο άνθρωπος. Όλα αυτά σαν να τον ερεθίζουν, σαν να αυξάνουν την πείνα και τη δίψα του, σε σημείο που όλος ο κόσμος δεν φθάνει να τις χορτάσει. Γι’ αυτό, είναι φυσική η ερώτηση του νέου, «τί να κάνω για να έχω ζωήν αιώνιον;». Διότι ο άνθρωπος είναι δημιουργημένος για τη ζωή την αιώνιο. Γι’ αυτό ο θάνατος είναι τόσο τραγικός για όλους τους ανθρώπους ανεξαιρέτως. Και οι Χριστιανοί, όταν παραδέχονται τον βίαιο θάνατο για τον Χριστό, όπως οι Μάρτυρες, ή τον εκούσιο θάνατο, όπως οι Όσιοι, τον παραδέχονται επειδή ακριβώς έχουν μεταβεί ήδη από αυτή τη ζωή  στην αιώνια ζωή. Ο θάνατος είναι μια μετάβαση, θλιβερή όμως και αυτή, διότι μας υπενθυμίζει τη δυνατότητα ότι μπορούμε να πεθάνουμε, ότι μπορούμε να χάσουμε και το Θεό και την αιώνια ζωή και τον εαυτό μας και τους συνανθρώπους μας.
Ίσως δεν είναι αυτή η ώρα κατάλληλη να μιλήσω περισσότερο, αλλά, εν πάσει περιπτώσει, και στην ψυχανάλυση του Φρόυντ και  στην κοινωνιολογία του Μαρκουζέ, διαπιστώνεται ότι ο θάνατος είναι ένα παράλογο, διότι κατ’ αρχήν κόβει τις δημιουργημένες σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, και κυρίως την αγάπη. Κόβει και  απονοηματοποιεί.
Η αγάπη, ως η πιο δυνατή σχέση στην ανθρώπινη ζωή και ύπαρξη, διεκδικεί για τον εαυτόν της αθανασία, αιωνιότητα. Γι’ αυτό και θλίβεται ο άνθρωπος όταν έρχεται ο θάνατος, που απειλεί αυτή τη σχέση, αν όχι και την κόβει, για εκείνους που δεν πιστεύουν. Επομένως, αν ο άνθρωπος έχει μέσα του και δύναμη και έφεση αγαπητική, και αυτή η αγάπη διεκδικεί από τη φύση της αιωνιότητα, την μη διακοπή, την αφθαρσία, την αθανασία δηλαδή, αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος είναι δημιουργημένος για αιωνιότητα.
Απ’ αυτό προήλθαν όλες των ανθρώπων οι επιθυμίες, οι δόξες, οι θρησκείες, οι προσδοκίες για την αιώνια ζωή. Ας έχουν πάρει πολλές απ’ αυτές διαφορετική ερμηνεία, θα έλεγα λάθος ερμηνεία, αλλά ως επιθυμίες είναι αγνές και γνήσιες. Ακόμη και σε εκείνους που δεν πιστεύουν στο Θεό, η αίσθηση της δυνάμεως, της προοδευτικότητας του ανθρώπου, της ελπίδας, της προσδοκίας καλύτερου μέλλοντος και πίστεως ότι μπορεί να γίνει καλύτερο μέλλον, είναι δεδομένο,  δοσμένο από τον φιλάνθρωπο Θεό στον άνθρωπο, για να θυμάται ότι είναι φτιαγμένος για την αιώνια ζωή. Γι’ αυτό, η ερώτηση του νέου στο ευαγγέλιο ήταν η πιο ριζική, η οριακή ερώτηση: «τί πρέπει να κάνω για να έχω ζωήν αιώνιον;»
Ο άνθρωπος είναι καλεσμένος ήδη με την ύπαρξή του (με την είσοδό του στον κόσμον και τη ζωή αυτή)  στην αιώνια ζωή. Αλλά τί είναι αιώνια ζωή, τί περιεχόμενο θα έχει; Δεν είναι απλώς ένα θρησκευτικό κήρυγμα, ή, με τα λόγια τα σημερινά, μια προπαγάνδα για να ξεγελούμε τους ανθρώπους, αλλά είναι μία κλίση  στην πιο βαθειά διαίσθηση που έχει ο άνθρωπος για ζωή, άλλα ζωή «εν κοινωνία», ζωή προσώπων, αδελφών εν αγάπη. Και αυτή είναι ακριβώς η Εκκλησία του Χριστού, και σ’ αυτό μας καλεί ακριβώς η θεία Λειτουργία ως μία πρόγευση, ως μία προετοιμασία, ως μία προειδοποίηση. Έτσι κάπως θα είναι η αιώνια ζωή, όλοι μαζί με αγάπη, αδελφοί, σε χαρά, σε πανηγύρι.
Αποτελείται η κοινωνία και μπορεί να αποτελείται μόνον από πρόσωπα· και όσο πιο ανεπτυγμένα πρόσωπα τόσο πιο καλή κοινωνία. Κι’ από την άλλη μεριά, τα ανθρώπινα πρόσωπα αναπτύσσονται και ζουν φυσικά μόνον «εν κοινωνία». Ένας ατομισμός (το κάθε άτομο για τον εαυτό του), μία ιδιοτέλεια, ένας εγωισμός δεν δημιουργεί κοινωνία προσώπων. Γι’ αυτό η αγάπη (και ο Θεός είναι αγάπη, ο Χριστός είναι αγάπη) είναι αλληλοπεριχώρηση, αλληλοπληροφορία (με την πρωταρχική έννοια της λέξεως πληροφορία, ότι κυκλοφορεί, φορείται μέσα μας πλήρως ένα περιεχόμενο, που λέγεται αγάπη), αλληλοδιείσδυση· είναι αλληλοπεριχώρηση των προσώπων «εν κοινωνία», και της κοινωνίας της αγάπης «εν τοις προσώποις». Γι’ αυτό, όταν λέμε ως Ορθόδοξοι ότι ο άνθρωπος είναι κατ’ εικόνα του Θεού, ή ο Θεός τον έχει δημιουργήσει κατ’ εικόνα Του, είναι κατ’ εικόνα της Αγίας Τριάδος, που είναι η κοινωνία Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, κοινωνία αγάπης (γι’ αυτό λέγεται ο Θεός αγάπη), και ο άνθρωπος είναι καλεσμένος σ’ αυτήν την κοινωνία.
Θυμάμαι ένα φίλο μου που είχε έναν αδελφό θα έλεγα λίγο άρρωστο, λίγο πολύ απασχολημένο με τον εαυτόν του, που αγνόησε το σπίτι του, τους συγγενείς, τους φίλους και κινδύνευσε να χάσει την ψυχική του υγεία. Πίστευε βέβαια στο Θεό, αλλά θα μπορούσε να πει κανείς ότι και τον Θεό τον χρησιμοποιούσε για τον εαυτόν του, για ένα σκοπό του εαυτού του. Του είπε μία ημέρα ο φίλος μου (είναι μεγάλος ο λόγος αυτός): « Αδελφέ μου, ξέχασες ότι είμαστε καλεσμένοι σε μία μεγάλη, αιώνια σύναξη, σε μία σύνοδο, να είμαστε όλοι μαζί και να ασχολούμεθα όλοι με όλους με αγάπη, και όχι ο καθένας με τον εαυτό του;» Είμαστε καλεσμένοι στην Εκκλησία. Μη ξεχνάμε τη μεγάλη σοφία των σοφών  Ελλήνων που αυτή τη λέξη βρήκανε να μιλήσουν για την εκκλησία του δήμου, τους καλεσμένους πολίτες μίας πόλεως να λάβουν μέρος σε μία κοινή υπόθεση.  Η εβραϊκή λέξη που μεταφράσθηκε στα ελληνικά ως συναγωγή είναι το ίδιο. Πάρθηκε λοιπόν η ελληνική λέξη ως πιο κατανοητή, αλλά το ίδιο περιεχόμενο έχει, μόνον που ο Χριστός είναι εκείνος που μας καλεί, και καλεί τους πολίτες που όλοι είναι ίσοι, που όλοι είναι αδέλφια· όλοι έχουμε και δικαιώματα και ευθύνες, όλοι μετέχουν σ’ αυτή την κοινή σύναξη, την σύνοδο αυτή. Αυτό είναι η Εκκλησία. Αλλά ο Χριστός, όταν καλεί, καλεί πια ως Θεός που έγινε άνθρωπος, που έχει φανερώσει εδώ, απτά, προσιτά σε μας, το Θεό. Έχει γίνει αληθινός άνθρωπος για να μας αναγάγει στην αιώνια πια και άφθαρτη κοινωνία, στην Εκκλησία, αλλιώς, φθείρεται ο κόσμος, φθείρεται η ύπαρξή μας, φθείρεται το σύμπαν. Μόνον ο Θεός μπορεί να δώσει αφθαρσία και αθανασία. Γι’ αυτό ήρθε ο Χριστός, να μας αναγάγει  στην αιώνια σύναξη, στην αιώνια σύνοδο, στην αιώνια Εκκλησία, και εκεί θα είναι το πλήρωμα της ζωής, η χαρά, η πανήγυρις, η θεία Λειτουργία στην αιωνιότητα, όπου όλοι με όλους θα συναντηθούμε ενώπιον του Θεού και μαζί με το Θεό και με τους ανθρώπους. Όλοι επικοινωνούμε και αναδεικνύεται το πρόσωπο του καθενός, διότι είναι μοναδικό και ανεπανάληπτο·  όλος ο κόσμος δεν αξίζει όσο ένα και μόνο πρόσωπο ενός ανθρώπου· ταυτόχρονα όμως αναδεικνύεται σε κοινωνία με άλλα πρόσωπα, με αγάπη, διότι η αγάπη εξισώνει όλους, όπως εξίσωσε το Θεό με τους ανθρώπους.
Κι’ αυτό ο Χριστός με πολύ απλά λόγια το είπε στο Ευαγγέλιο. Όλο το Ευαγγέλιο έχει την αγάπη προς το Θεό και την αγάπη προς τον πλησίον και σαν σήμα, σαν σημείο φανερώνεται ο Σταυρός. Είναι πολύ απλά αυτά, αλλά τόσο αληθινά. Ο Σταυρός έχει δύο ξύλα που τον δημιουργούν, ένα κάθετο, είναι η αγάπη προς το Θεό, και ένα οριζόντιο, είναι η αγάπη προς τον πλησίον. Εάν αφαιρέσουμε το οριζόντιο δεν έχουμε Σταυρό, έχουμε ένα δοκάρι. Εάν αφαιρέσουμε πάλι το κάθετο δεν έχουμε Σταυρό. Μόνον οι δύο αγάπες αποτελούν την ουσία του Χριστιανισμού αλλά και την ουσία της ανθρώπινης ζωής. Είναι πάρα πολύ ανθρώπινα αυτά, μία ανθρωπιά πρωταρχική και για όλη την αιωνιότητα. Να έχουμε σχέση με το Θεό και με τους άλλους· έτσι οικοδομούμεθα ως πρόσωπα, αλλά και ως κοινωνία.
Έτσι, το Ευαγγέλιο είναι πολύ απλό, αλλά είναι πράγματι για την αιώνια ζωή. Διότι δεν είναι τίποτε άλλο παρά μόνο μία δέσμη πρωταρχικών αληθινών σχέσεων, προσωπικών σχέσεων. Γι’ αυτό μιλάει για Πατέρα, για Υιό, για φίλους, για οικογένεια, για σπίτι. Έτσι είναι κατανοητό και σε απλά παιδιά· και δεν είπε τυχαία ο Χριστός ότι θα γίνουμε όλοι σαν παιδιά. Ο μόνος στην ιστορία της ανθρωπότητας που απευθύνεται προς τα παιδιά είναι ο Χριστός, διότι ήξερε γιατί είναι δημιουργημένα, και τι δυνάμεις έχει η παιδικότητα και η νεότητα, τι γνησιότητα έχει για να διψάει την αιώνια ζωή. Εγώ προέρχομαι από μία γειτονική, αδελφική χώρα, στην οποία προσπάθησαν να αλλάξουν την πορεία των ψυχών των ανθρώπων, κυρίως δε των νέων. Σήμερα, δόξα σοι ο Θεός, οι νέοι είναι οι περισσότεροι που γυρίζουν ακριβώς προς την Εκκλησία, προς τον Χριστό, διότι βρίσκουν πράγματι άφθαρτο, αθάνατο περιεχόμενο της ζωής τους, και εδώ, αλλά και ανοικτά σ’ όλη την αιωνιότητα. Αυτό προσφέρει η θεία Λειτουργία. Μας μαζεύει όλους και μας δείχνει, μας φανερώνει πως θα είναι όλη η αιωνιότητα: Χαρά όλων με όλους, με αγάπη και με κοινωνία προσώπων. Το κάθε ένα πρόσωπο, αντάξιο όλων των άλλων αλλά μη χωρισμένο απ’ όλους τους άλλους, βρίσκει τη χαρά του, το πλήρωμά του στην αγάπη με όλους.
      Εμείς, ως Ορθόδοξοι, αυτό το νοιώθουμε με όλες τις αδυναμίες μας, με όλες τις ελλείψεις μας, με όλες τις αποτυχίες μας θα έλεγα. Παρά ταύτα μένουμε σ’ αυτή την ερώτηση του νέου ανθρώπου του Ευαγγελίου, αλλά και προχωρούμε πέρα από τον νέο, διότι αυτός, ναι μεν ήθελε την αιώνια ζωή, αλλά δεσμεύτηκε με πάρα πολλά άλλα, που αυτά καθ’ εαυτά δεν ήτανε κακά (π.χ. τα υπάρχοντά του, τα κτήματα), αλλά δεσμεύτηκε περισσότερο με αυτά παρά με την αιώνια ζωή, με τον Χριστό. Όλα της ζωής αυτής είναι ευλογημένα, είναι οίκος του Θεού ο κόσμος, και ο Θεός τα έχει δώσει όλα για μας. Αλλά ο άνθρωπος πρέπει να καταλάβει ότι πρέπει να ανυψωθεί πάνω απ’ αυτά, και έτσι θα είναι πλήρης η χαρά μας, η χαρά της αιώνιας αγάπης σε κοινωνία με τον Θεό εν τω Χριστώ. Από τον Θεό προσφέρθηκε ως δυνατότητα, ως παροχή δυνατότητας, για να μπορεί ο άνθρωπος να πραγματοποιήσει αυτό για το οποίο τον έχει καλέσει ο Θεός. Γι’ αυτό ο Χριστός δεν είναι πολυτέλεια, αλλά είναι πράγματι η οδός, η αλήθεια και η αιώνια ζωή για μας τους ανθρώπους, είναι ο χώρος όπου χωράμε όλοι, είναι η Χώρα των ζώντων (όπως λέγεται και η μεγαλοπρεπής Μονή της Κωνσταντινουπόλεως, η Μονή της Χώρας), και θα ζήσουμε εκεί ως πρόσωπα, ως αδελφοί με αγάπη, με κοινωνία, διότι γι’ αυτό μας έχει δημιουργήσει ο Θεός.
Ας είναι ευλογημένος και Εκείνος και όσοι τον ζητάνε, διότι ζητάνε την πιο αληθινή ανθρωπιά, την πιο αληθινή γνησιότητα, την εκπλήρωση της πιο αληθινής δίψας και ελπίδας της ανθρωπινής ζωής.


(Απομαγνητοφωνημένο κήρυγμα του πρ. Επισκόπου Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης  Αθανασίου Γιέβτιτς)

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

Κυριακή του Λουκᾶ ΙΓ΄. Θεοφυλάκτου Ἀρχιεπισκόπου Βουλγαρίας


Κυριακή του Λουκᾶ  ΙΓ΄ (Λ΄)
Λούκ. ιη΄ 18-27
Θεοφυλάκτου Ἀρχιεπισκόπου Βουλγαρίας

Περί τοῦ ἐπερωτήσαντος τόν Ἰησοῦν, Κεφάλαιον ΙΗ΄





«Καὶ ἐπηρώτησέ τις αὐτὸν ἄρχων, λέγων Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω; Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Τί με λέγεις ἀγαθὸν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός. Τὰς ἐντολὰς οἶδας· μὴ μοιχεύσῃς, μὴ φονεύσῃς, μὴ κλέψῃς, μὴ ψευδομαρτυρήσῃς, τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου. 
Ὁ δὲ εἶπε· Ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου, ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Ἔτι ἕν σοι λείπει· πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον διάδος πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι. 
Ὁ δὲ ἀκούσας ταῦτα περίλυπος ἐγένετο· ἧν γὰρ πλούσιος σφόδρα». Δοκεῖ μὲν τισιν οὗτος ὁ ἄνθρωπος πανοῦργος τις εἶναι, καὶ οἷον παγιδεύσαι ζητῶν τὸν Ἰησοῦν ἐν λόγοις.  
Οὐκ ἔοικε δὲ τοῦτο, ἀλλὰ φιλάργυρος εἶναι. Ἐπεὶ καὶ ὁ Χριστὸς τοιοῦτον αὐτὸν ὄντα ἤλεγξε.  Καὶ γὰρ Μάρκος φησίν, ὅτι προσδραμὼν καὶ γονυπετῶν παρεκάλει τὸν Ἰησοῦν, καὶ ὅτι ἐμβλέψας αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς ἠγάπησεν αὐτὸν· φιλοχρήματος μὲ ἦν ὀ ἄνθρωπος.
Πρόσεισι δὲ τῷ Ἰησοῦ μαθεῖν ἐφιέμενος περὶ ζωῆς αἰωνίου, τάχα ὡς φιλοχρήματος καὶ τοῦτο.  Οὐδὲν γὰρ οὕτω φιλόζωον, ὡς φιλοχρήματος ἄνθρωπος. Ἐνόμισεν οὖν τὸν Ἰησοῦν ὑποθέσθαι αὐτῷ τρόπον, δι’ οὗ αἰωνίως ζήσεται, καταπολαύων τῆς κατασχέσεως τῶν χρημάτων. 
Ὡς δὲ ὁ Κύριος τὴν ἀπόκτησιν εἶναι πρόξενον εἶπε τῆς αἰωνίου ζωῆς, ὡς περιμεμψάμενος ἑαυτῷ τῆς ἐρωτήσεως, καὶ τῷ Ἰησοῦ τῆς ἀποκρίσεως, ἄπεισιν. 
Αὐτὸς γὰρ τοι ἔνεκεν τοῦ ἔχειν τὰ χρήματα ἐπὶ πολύ, ἔχρηζε τῆς αἰωνίου ζωῆς· ἐπεὶ εἰ τὰ χρήματα ἔμελλεν ἀποκτᾶσθαι, τί ἔδει αὐτῷ τῆς αἰωνίου ζωῆς πένητι μέλλοντι ζῇν, ὥσγε ἐδόκει; Προσέρχεται γοῦν τῷ Κυρίῳ, ὡς ἁπλῶς ἀνθρώπῳ, καὶ διδασκάλῳ.  
Δι’ὅ ὁ Κύριος δεικνύων, ὅτι οὐ δεῖ ὡς ἄνθρωπῳ αὐτῷ προσιέναι ψιλῷ εἶπεν·  «Οὐδεὶς ἀγαθὸς, εἰ μὴ ὁ Θεὸς». Ἀγαθὸν με, φησίν, εἶπας, τί οὖν προσέθηκας τὸ, Διδάσκαλε, Φαίνεται γὰρ ὅτι ἕνα τῶν πολλῶν με ὑπολαμβάνεις. 
Εἰ δὲ τοῦτο, οὐκ εἰμί ἀγαθὸς, οὐδεὶς γὰρ ἀνθρώπων ἀγαθὸς κυρίως, εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός. Ὥσπερ εἰ θέλεις ἀγαθὸν με λέγειν, ὡς Θεὸν με λέγε ἀγαθὸν, ἀλλὰ μὴ ὡς ἀνθρώπῳ ψιλῷ προσέρχου. Εἰ γὰρ ἄνθρωπόν με κοινόν τινα νομίζεις, μηδὲ ἀγαθὸν κάλει· τῷ ὄντι γὰρ ἀγαθὸς, καὶ πηγὴ ἀγαθότητος καὶ ἀρχὴ τῆς αὐτοαγαθότητος ὁ Θεὸς.  
Οἱ δὲ ἄνθρωποι εἰ καὶ ἀγαθοὶ ἐσμεν,ἀλλ’ οὐ κυρίως, ἀλλὰ κατὰ μετοχὴν, καὶ ἐπίμικτον ἔχοντες τὸ ἀγαθὸν  καὶ τρεπτὸν. Τὰς ἐντολὰς οἶδας Μὴ μοιχεύσῃς, μὴ φονεύσῃς, μὴ ψευδομαρτυρήσῃς, καὶ τὰ ἑξῆς.  
Πρότερον ὁ νόμος τά, ἐν οἷς εὐκολώτερον ὀλισθαίνομεν, διορθοῦται, εἶτα  τὰ ἐν οἷς οὐ πολλοί, οὐδὲ πολλάκις, οἷον τὸ μοιχεύειν, ἐπειδὴ τὸ πῦρ καὶ φυτικὸν καὶ ἔνδοθεν, τὸ φονεύειν, ἐπειδὴ μέγα θηρίον ὁ θυμός.  Τὸ δὲ κλέπτειν ἐλαφρότερον, καὶ τῇ ψευδομαρτυρίᾳ σπανιάκις περιπίπτειν ἔστι. Δι’ ὅ ἐκεῖνα μὲν πρότερον διορθοῦται, οἷα εὐκόλως ἡμῶν εἰς ἐκεῖνα ὀλισθαινόντων, καὶ ἄλλως βαρύτερα ὄντα.  
Ταῦτα δὲ, τὴν κλοπήν φημι, καὶ τὴν ψευδομαρτυρίαν, δεύτερα τίθησιν, ὡς καὶ σπανιάκις ἀπατώντα καὶ ἐλαφρότερα. Ἐπεὶ δὲ τὸ εἰς γονεῖς ἁμαρτάνειν, εἰ καὶ μέγα ἐστι ἁμάρτημα, ἀλλ’ οὖν ὡς μὴ συχνάκις συμβαῖνον· οὐδὲ γὰρ τοσοῦτον θηριώδεις εὐκόλως εὑρίσκονται οἱ πολλοὶ, ὡς εἰς γονεῖς παροινεῖν, ἀλλ’ ὀλιγάκις, καὶ ὀλίγον· ὕστερον τοῦτον τέθεικεν. 
Ὡς δὲ ὁ νεανίσκος εἶπε ταῦτα πάντα φυλάξασθαι ἐκ νεότητος, τὸ κεφάλαιον πάντων τὴν ἀκτημοσύνην ὁ Κύριος αὐτῷ ὑποτίθεται. Ὅρα δὲ νόμους Χριστιανικῆς πολιτείας τῷ ὄντι. Πάντα ὅσα ἔχεις πώλησων, φυσὶν· εἰ γὰρ τι ἐναπομείνῃ, ἐκείνου δοῦλος εἶ· καὶ διάδος οὐ συγγενέσι πλουσίοις, ἀλλὰ πτωχοῖς. 
Οἷμαι δὲ ὅτι καὶ τὸ Διόδος, ἔμφασιν ἔχειν τοῦ μετὰ κρίσεως, καὶ μὴ ὡς ἔτυχε, τὸν τῶν χρημάτων σκορπισμὸν ποιεῖσθαι. Ἐπεὶ δὲ σὺν τῇ ἀκτημοσύνῃ δεῖ καὶ τὴν ἄλλην ἀρετὴν πᾶσαν προσεῖναι τῷ ἀνθρώπῳ, διὰ τοῦτο εἶπε· Καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι, τοὐτέστι.  Καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ἄλλοις ἴσθι μαθητὴς ἐμός, καὶ ἀεὶ ἀκολούθει, μὴ σήμερον μὲ αὔτιον δ’οὔ. 
Ὡς δὲ φιλοχρημάτῳ ἐπηγγείλατο τὸν ἐν οὐρανοῖς θησαυρόν, ἀλλ’ οὐ προσέσχεν ὁ ἄρχων, δοῦλος γὰρ ἦν τῶν χρημάτων, δι’ ὅ καὶ ἀκούσας ἐλυπήθη, ὅτι στέρησιν αὐτῷ τῆς κτήσεως εἰσηγεῖται, ὅπου γε αὐτὸς καὶ τῆς αἰωνίου ζωῆς διὰ τοῦτο ἐπιθυμεῖ, ὡς ἄν ἐπὶ πολὺ τῇ τῶν χρημάτων περιουσίᾳ καὶ αἰνίως ἐμβιοίη. Καὶ τὸ λυπηθῆναι δὲ αὐτὸν εὐγνώμονα, ἀλλ’οὐ πανοῦργον ὑποδηλοῖ. Οὐδεὶς γοῦν τῶν Φαρισαίων ἐλυπήθη ποτέ, ἀλλὰ μᾶλλον ἠγρίαινον. 
Οὐκ ἀγνοῶ δέ, ὅτι ὁ μέγας τῆς οἰκουμένης φωστὴρ ὁ χρυσοῦς τὴν γλῶτταν τῆς ὄντως αἰωνίου ζωῆς ἐπιθυμεῖν τὸν νεανίσκον τοῦτον ἐδέξατο, καὶ ἐρᾷν μὲν αὐτῆς, κατέχεσθαι δὲ πάθει μείζονι τῇ φιλαργυρίᾳ πλὴν οὐκ ἄχαρι καὶ ὅ νῦν προσετέθη, ὅτι ὡς φιλοχρήματος ἐπιθύμει ζωῆς αἰωνίου.
«Ἰδὼν δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς περίλυπον γενόμενον, εἶπε· Πῶς δυσκόλως οἱ τὰ χρήματα ἔχοντες, εἰσελεύσονται εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. Εὐκολώτερον γάρ ἐστι κάμηλον διὰ τρυμαλιᾶς ραφίδος, διελθεῖν, ἤ πολούσιον ἐις τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν. Εἶπον δὲ οἱ ἀκούσαντες·  Καὶ τίς δύναται σωθῆναι; 
Ὁ δὲ εἶπε. Τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις, δυνατά ἐστι παρὰ τῷ Θεῷ. Εἶπε δὲ ὁ Πέτρος· Ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ. Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι οὐδεὶς ἔστιν, ὅς ἀφῆκεν οἰκίαν, ἤ γονεῖς, ἤ ἀδελφούς, ἤ γυναῖκα, ἤ τέκνα ἔνεκεν τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ὅς οὐ μὴ ἀπολάβῃ πολλαπλασίονα ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ καὶ ἐν αἰῶνι τῷ ἐρχόμενῳ ζωὴν αἰώνιον». Ἐπειδὴ ὁ πλούσιος ἀκούσας τὴν τῶν ὑπαρχόντων ἀπόκτησιν ἐλυπήθη, φυσὶν ὁ Κύριος θαυμαστικῷ τῷ σχήματι. 
Πῶς δυσκόλως οἱ τὰ χρήματα ἔχοντες, εἰσελεύσονται  εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ· οὐκ εἶπεν ὅτι ἀδυνάτως ἔχουσιν εἰσελθεῖν, ἀλλὰ δυσκόλως. Οὐ γὰρ ἀδύνατον σωθῆναι τοὺς τοιούτους. Δυνατὸν γὰρ τὰ χρήματα προεμένους, ἐπιτυχεῖν τῶν ἄνω. Δύσκολον μέντοι τοῦτο· ἰδοὺ γὰρ κολλητικώτερα τὰ χρήματα καὶ δυσκόλως ἀποσπᾶται ὁ τούτοις συσχεθείς. 
Παρακατιών, δὲ καὶ ὡς ἀδύνατον αὐτὸ τίθησι, φησὶ γάρ. Εὐκολώτερον ἐστι κάμηλον διὰ τρυμαλιᾶς ραφίδος εἰσλεθεῖν, ἤ πλούσιον σωθῆναι· ἀδύνατον γὰρ πάντως κάμηλον διὰ τρυπήματος βελονίου χωρῆσαι, εἴτε τὸ ζῶον αὐτὸ νοήσεις κάμηλον, εἴτε σχοῖνόν τινα ναυτικὴν παχεῖαν. 
Εἰ οὖν κάμηλον χωηθῆναι διὰ τρυπήματος βελονίου εὐκοπώτερον, ἤ πλούσιον σωθῆναι, ἀδύνατον δὲ τοῦτο, ἀδυνατώτερον ἅρα τὸ σωθῆναι πλούσιον. Τί οὖν ἔστι εἰπεῖν; Πρῶτον μὲ, ὅτε ἀληθῶς οὕτως ἔχει· πλούσιον γὰρ ὄντα ἀδύνατο σωθῆναι.  
Μὴ γὰρ μοι εἴπῃς ὅτι ὁ δεῖνα πλούσιος ὤν, ἐδίδου τὰ προσόντα καὶ ἐσώθη· οὐ γὰρ πλούσιος ἐσώθη, ἀλλ’ ἤ ἀκτήμων γεγονώς, ἤ τέως οἰκονόμος ὥν ἐσώθη, καὶ οὐχὶ πλούσιος. Ἄλλο γὰρ οἰκονόμος καὶ ἄλλο πλούσιος· πλούσιος μὲν γὰρ, ἐστιν ὁ ἑαυτῷ τηρῶν τὸν πλοῦτον, οἰκονόμως δὲ ὁ δι’ ἑτέρους τοῦτον ἐγχειρισθείς 
Ὥστε καὶ εἰ οὗτος ἐσώθη, οὐ πλούσιος ἐσώθη, ἀλλ’ ἤ, ὡς ἔφημεν, πάντα ἀποκτησάμενος ἅ εἶχεν, ἤ ὡς οἰκονόμος καλῶς αὐτὰ διατιθέμενος. Ἔπειτα καὶ τοῦτο σκόπει, ὅτι τὸν μὲν πλούσιον ἀδύνατο σωθῆναι, τὸν δὲ τὰ χρήματα ἔχοντα δύσκολον, ὡς ἄν εἰ ἔλεγεν· Ὁ μὲν ἐρχόμενος ὑπὸ τῶν χρημάτων, καὶ δουλεύων αὐτοῖς, καὶ κρατούμενος οὐ σωθήσεται, ὁ δὲ ἔχων τὰ χρήματα, τοὐτέστι, κύριος αὐτῶν ὤν, καὶ αὐτὸς ἔχων ταῦτα, οὐκ ἐχόμενος δὲ ὑπ’ αὐτῶν, δυσκόλως σωθήσεται διὰ τὴν ἀνθρωπίνην ἀσθένειαν.
Ἀδύνατον γὰρ μὴ παραχρήσασθαι οἷς ἔχομεν· ἕως γὰρ ἔχομεν χρήματα, σπουδάζει ὁ διάβολος ὑποσκελίζειν ἡμᾶς, εἰς τὸ παρὰ τὸν κανόνα, καὶ τὸν νόμον τῆς οἰκονομίας χρήσασθαί ἔστιν ὅτε, καὶ δύσκολον ἐκφυγεῖν τὰς παγίδας αὐτοῦ, Διὰ τοῦτο καλὸν ἡ ἀχρησμοσύνη καὶ σχεδὸν ἀπείραστον. 
Εἶπον δὲ, φυσίν, οἱ ἀκούσαντες· Τίς ἆρα δύναται σωθῆναι; Ὁ δὲ εἶπε: «Τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις, δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ».  Παρὰ μὲ γὰρ τοῖς ἀνθρωπίνην γνώμην ἔχουσιν, ἤτοι κάτω συρομένοις, καὶ ἐπιθυμοῦσι τῶν γηΐνων, ἀδύνατόν ἐστι σωθῆναι, ὡς εἴρηται, παρὰ δὲ Θεῷ δυνατόν, τοὐτέστιν, ὅταν τις σύμβουλον ἔχῃ τὸν Θεὸν, καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Θεοῦ, καὶ τὰς περὶ ἀσχημοσύνης ἐντολὰς διδασκάλους λάβῃ καὶ τὴν παρ’ ἐκείνου ἐπικαλοῖτο ἐπικουρίαν, δυνατὸν ἔσται τοῦτο· ἡμῶν μὲν γὰρ ἐστι τὸ θελῆσαι τὸ ἀγαθὸν, Θεοῦ δὲ τὸ τελειῶσαι. 
Καὶ ἄλλως δὲ εἴπερ ὑπεραναβάντες πᾶσαν ἀνθρωπίνην ἐπὶ τῷ πλούτῳ μικροψυχίαν, θελήσομεν φίλους ἡμῖν αὐτοὺς ποιῆσαι ἐκ τοῦ μαμωνᾶ τῆς ἀδικίας, σωθησόμεθα ὑπ’ αὐτῶν εἰς τὰς αἰωνίους σκηνὰς παραπεμπόμενοι..  
Βέλτιον μὲν γὰρ ἐὰν πάντα προώμεθα, εἰ δὲ μὴ πάντα, συμμεριστὰς γοῦν ποιῆσαι τοὺς πένητας, καὶ οὕτως τὸ ἀδύνατον δυνατὸν γίνεται. 
Ἀδύνατον μὲ γὰρ τὸν μὴ πάντα προέμενον σωθῆναι, καὶ πλὴν διὰ φιλανθρωπίαν Θεοῦ γίενται καὶ τὸ μερικῶς μεταδοῦναι εἰς ὠφέλειαν ἀνάλογον.  
Πρὸς ταῦτα ὁ Πὲτρος ἐρωτᾷ: Ἰδοὺ ἠμεῖς ἀφήκαμεν πάντα· καὶ ἐρωτᾷ οὐχ ὑπὲρ ἑαυτοῦ μόνον, ἀλλὰ πρὸς παραμυθίαν πάντων τῶν πενήτων. 
Ἵνα γὰρ μὴ οἱ πλούσιοι μόνοι εὐέλπιδες ὦσιν, ὡς πολλῶν τευξόμενοι, οἷα πολλῶν καταφρονήσαντες, οἱ δὲ πένητες δυσελπισθῶσιν οἷα ὀλίγων ἀποστάντες, καὶ διὰ τοῦτο ὀλίγας ἀμοιβὰς πορσδοκῶντες, ἐρωτᾷ ὁ Πέτρος καὶ ἀκούει, ὅτι ἐν τῷ νῦν αἰῶνι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι τὰς ἀμοιβὰς ἕξει, πᾶς ὁ ὀτιρῦν διὰ Θεὸν καταφρονήσας τῶν ὑπαρχόντων, κἄν μικρὰ εἶεν.  Μὴ γὰρ τοῦτο σκοπήσῃς ὅτι μικρὰ, ἀλλ’ ὅτι βίος ὅλος ἦσαν ἐκεῖνα τὰ μικρὰ τῷ ἀνθρώπῳ, καὶ ὥσπερ σὺ τοῖς πολλοῖς καὶ μεγάλοις, οὕτως ἐκεῖνος τοῖς ὀλίγοις καὶ μικροῖς ἐμβιῶσαι προσεδόκι, ἵνα μὴ λέγῳ ὅτι ὁ ὀλίγα ἔχων, πλείονα σχέισν ἔχει πρὸς ταῦτα· καὶ δῆλον ἀπὸ τῶν πατέρων, οἵ ὅταν ἕνα παῖδα ἔχωσι, πλείω τὴν σχέσιν ἐπιδείκνυται πρὸς τοῦτον, ἤ πρὸς πλείους.  Οὕτω καὶ ὁ πένης πρὸς τὴν μίαν οἰκίαν, καὶ πρὸς τὸν ἕνα ἀγρὸν δριμύτερον διάκειται, ἤ σὺ πρὸς τοὺς πολλούς.  Εἰ δὲ μή, ἀλλ’ ἴσον γοῦν ἀμφοτέροις τὸ τῆς σχέσεως διὰ τοῦτο καὶ τὸ τῆς περιφρονήσεως. Ἔνθεν τοι καὶ ἐν τῷ νῦν αἰῶνι πολυπλασίας λαμβάνουσι τὰς ἀμοιβάς, ὡς οἱ ἀπόστολοι αὐτοὶ οὗτοι. Καλύβης γὰρ καταφρονήσαντες ἕκαστος, νῦν λαμπροτάτους ναοὺς ἔχουσι καὶ ἀγροὺς, καὶ προσόδους, καὶ γυναῖκας πολλὰς τὰς τῇ πρὸς αὺτοὺς θερμότητι, καὶ πίστει συνδεδεμένας, καὶ τἆλλα πάντα ἁπλῶς· καὶ ἐν τῷ μέλλοντι δὲ αἰῶνι οὐκ ἀγροὺς τοιούτους πολυπλασίους, καὶ σωματικὰς ἀντιδόσεις λάβωσιν, ἀλλὰ ζωὴν αἰώνιον.
«Τὸν ρώτησε κάποιος ἀπὸ τοῦς ἄρχοντες· Δάσκαλε ἀγαθέ, μὲ τί πράξεις θὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια ζωή; Κι ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε: Δὲν εἶναι κανένας ἀγαθὸς παρὰ μόνο ὁ Θεός. Τίς ἐντολὲς τὶς γνωρίζεις.  Μὴ μοιχέψης, μή φονεύσης, μήν κλέψης, μήν ψευδομαρτυρήσης. Νὰ τιμᾶς τὸν πατέρα καὶ τή μητέρα σου. Κι ἐκείνος εἶπε· αὐτὰ τὰ φύλαξα ἀπὸ τὴ νεότητά μου. Ὅταν τ’ ἄκουσε ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀπάντησε· Ἕνα σοῦ ἀπομένει μονάχα· πούλησε ὅσα ἔχεις καὶ μοίρασέ τα στοὺς φτωχοὺς· ἔτσι θ’ ἀποχτήσης θησαυρὸ στὸν οὐρανό.  Κί ἔλα, ἀκολούθησέ με. Ἐκεῖνος ὕστερ’ ἀπ’αὐτὸ ἔπεσε σὲ λύπη, γιατὶ ἦταν πολύ πλούσιος».  Μερικοὶ ἔχουν τή γνώμη ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἦταν πανοῦργος καὶ τάχα ζητοῦσε νὰ παγιδέψη μὲ τοὺς λόγους του τὸν Ἰησοῦ.  Δὲ φαίνεται νὰ εἶναι αὐτό· μᾶλλον ἦταν φιλάργυρος.  Γιατὶ κι ὁ Χριστὸς μ’ αὐτὸ τὸ νόημα τὸν κατηγόρησε.  Γιατὶ ὁ Μᾶρκος λέει, ὅτι ἔτρεξε καὶ γονατιστὸς παρακαλοῦσε τὸν Ἰησοῦ κι ὅ,τι ὁ Ἰησοῦς βλέποντάς τον ἔνιωσε συμπάθεια γι’ αὐτόν. Ἀγαποῦσε ὅμως τὰ χρήματα.  Πλησιάζει λοιπὸν τὸν Ἰησοῦ ἐπιθυμῶντας νὰ μάθη γιὰ τὴν αἰώνια ζωή, καὶ τοῦτο σὰν φιλοχρήματος· καμμιὰ ψυχὴ δὲν ἀγαπᾶ τὴ ζωὴ τόσο, ὅσο ὁ φιλοχρήματος ἄνθρωπος.  Νόμισε λοιπὸν ὅτι ὁ Ἰησοῦς θὰ τοῦ ἔδειχνε ἕνα τρόπο,νὰ ζῆ στὸν αἰῶνα καὶ νὰ χαίρεται τὴν κατοχὴ τῶν χρημάτων του.  Κι ὅταν ὁ Κύριος εἶπε ὅτι τὸ χάσιμό τους ἴσα ἴσα προξενεῖ τὴν αἰώνια ζωή, φεύγει σὰν νὰ ἤθελε νὰ κατηγορήση τὸν ἑαυτὸ του γιὰ τὴν ἐρώτηση καὶ τὸν Ἰησοῦ γιὰ τὴν ἀπάντηση. Αὐτὸς γιὰ νὰ ἔχη πολὺν καιρὸ τὰ χρήματα, εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ τὴν αἰώνια ζωή. Ἄν ἦταν νὰ ἔχανε τὰ χρήματα, τί τοῦ χρειαζόταν ἡ αἰώνια ζωή, ἀφοῦ ὅπως ἐνόμιζε ἔμελλε νὰ ζῆ φτωχός; Πλησιάζει λοιπὸν  τὸ Χριστὸ σὰν ἁπλὸ ἄνθρωπο, καὶ δάσκαλο.  Γι’ αὐτὸ ὁ Κύριος, δείχνοντας ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὸν πλησιάζουν σὰν νὰ ἦταν ἁπλὸς ἄνθρωπος εἶπε· Κανένας δὲν εἶναι ἀγαθὸς παρὰ ὁ Θεὸς μονάχα. Ἀφοῦ μὲ εἶπες ἀγαθὸ τοῦ λέει, γιατὶ πρόσθεσες τὸ «δάσκαλε;» Φαίνεται ὅτι μὲ θεωρεῖς σὰν ἕνα ἀπὸ τοὺς πολλοὺς.Ἄν εἶναι αὐτὸ, τότε δὲν εἶμαι ἀγαθὸς, γιατὶ κανένας ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους δὲν εἶναι ἀγαθὸς κατὰ ἐξουσία, παρὰ ὁ Θεὸς μονάχα.Ὥστε ἄν θέλης νὰ μὲ προσφωνῆς ἀγαθό, νὰ μὲ προσφωνῆς μὲ τὴν πίστη ὅτι εἶμαι Θεός καὶ μὴ μὲ πλησιάζεις σὰν ἁπλὸ ἄνθρωπο Ἄν θεωρῆς κοινό ἄνθρωπο νὰ μὴ μὲ καλῆς μήτε ἀγαθό. Γιατὶ πραγματικά ἀγαθὸς καὶ πηγὴ ἀγαθότητος, κι ἀρχὴ τῆς αὐτοαγαθότητος εἶναι ὁ Θεὸς. Οἱ ἄνθρωποι, ἀκόμα κι ἄν εἴμαστε ἀγαθοί, δὲν εἴμαστε κατὰ ἐξουσία ἀλλὰ κατὰ μετοχὴ κι ἔχομε ἀγαθότηταυ σύμμεικτη καὶ μεταβλητή. Γνωρίζεις τίς ἐντολές. Μὴ μοιχέψης, μὴ φονεύσης, μὴ ψευδομαρτυρήσης καί τά λοιπά. Ὁ νόμος διορθώνει πρῶτα αὐτά, στὰ ὁποῖα πιὸ εὔκολα γλιστροῦμε κι ἔπειτα ἐκεῖνα ὅπου δὲν πέφτουν πολλοὶ οὔτε πολλὲς φορὲς. Στήν πρώτη περίπτωση εἶναι μοιχεία,  ἐπειδή  ἡ  φωτιά εἶναι   ζωική κι ἐσωτερική, κι ὁ φόνος,  ἐπειδή  ὁ θυμὸς εἷναι μεγάλο θηρίο. Ἡ κλοπή ὅμως εἶναι σφάλμα πιὸ ἐλαφρὸ καί σπάνια συμβαίνει νὰ πέφτωμε στὴν ψευδομαρτυρία. Γι’ αὐτό  διορθώνει πρῶτα ἐκεῖνα, ἐπειδὴ εὔκολα γλιστροῦμε σ’ αὐτὰ κι εἶναι ἐξ ἄλλου πιό βαριὰ. Ἐνῶ τὰ δεύτερα τὴν κλοπή καὶ τὴν ψευδομαρτυρία, τὰ θέτει σὲ δεύτερη μοῖρα, ἐπειδὴ καὶ πιὸ σπάνια τὰ συναντοῦμε καὶ εἶναι πιὸ ἐλαφρὰ. Καὶ τὴν ἁμαρτία πρὸς τοὺς γονεῖς, ἄν κι εἶναι μεγάλο ἁμάρτημα, ἐπειδὴ δὲ συμβαίνει ὅμως συχνὰ, γιατὶ δὲ δείχνουν συχνὰ οἱ πολλοὶ τέτοια ψυχὴ θηρίου, ὥστε νὰ παραφέρωνται πρὸς τοὺς γονεῖς ἀλλὰ πολὺ σπάνια καὶ σὲ μικρὸ βαθμὸ, τὴν ἁμαρτία πρὸς τοὺς γονεῖς τὴ θέτει ὑστερ’ αὐτά.  Κι ὅταν ὁ νέος εἶπε ὅτι εἶχε φυλάξει τὶς ἐντολὲς ἀπὸ τότε ποὺ ἦταν μικρός, τοῦ ὑποβάλλει τὴν ἀκτημοσύνη, ποὺ εἶναι τό κεφάλαιο ὅλων. Πρόσεξε νόμους ἀληθινὰ χριστιανικῆς πολιτείας. Ὅλα ὅσα ἔχεις, λέει, πούλησέ τα. Ἄν μείνη κάτι, γίνεσαι δοῦλος σ’ αὐτό.  Καὶ μοίρασέ τα ὄχι σὲ πλούσιους συγγενεῖς ἀλλὰ στοὺς φτωχοὺς. Νομίζω κι ἡ λέξη «μοίρασε» δηλώνει μ’ ἔμφαση ὅτι τὸ σκόρπισμα τῶν χρημάτων πρέπει νὰ γίνεται μὲ σύνεση κι ὄχι ὅπως τύχη. Κι ἐπειδὴ μαζὶ μὲ τὴν ἀκτημοσύνη πρέπει νὰ συνδυάζεται στὸν ἄνθρωπο κι ὅλη ἡ ἄλλη ἀρετὴ, γι’ αὐτὸ εἶπε· Κι ἔλα, ἀκολούθησέ με. Δηλαδή· καί σ’ ὅλα τ’ ἄλλα γίνε μαθητής μου καὶ πάντα νὰ μ’ ἀκολουθῆς ὄχι μονάχα σήμερα κι αὔριο ὄχι.  Καὶ τοῦ ὑποσχέθηκε τὸ θησαυρὸ τῶν οὐρανῶν, ἐπειδὴ ἦταν φιλοχρήματος· ἀλλὰ ὁ ἄρχοντας δὲν ἔδωσε προσοχή, ἐπειδὴ ἦταν δοῦλος τῶν χρημάτων. Γι’ αὐτὸ λυπήθηκε, ὅταν ἄκουσε νὰ τὸν συμβουλεύη νὰ στερηθῆ τὰ χρήματά του, ὅταν ἐκεῖνος καὶ τὴν αἰώνια ζωὴ γι’ αὐτὸ τὴν ἐπιθυμεῖ, γιὰ νὰ ζῆ ὅσο τὸ δυνατὸ περισσότερο μέσα στὴν περιουσία του, παντοτ­ινά. Κι ἡ λύπη του, φανερώνει ἄνθρωπο μ’ εὐγνωμοσύνη κι ὄχι πανοῦργο. Κανένας ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους δὲν ἔνιωθε λύπη ποτέ, ἀντίθετα, ἐρεθίζονταν περισσότερο. Καὶ δὲν ἀγνοῶ ὅτι ὁ μεγάλος Φωστῆρας τῆς οἰκουμένης,ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴ χρυσῆ γλῶσσα, παραδέχτηκε ὅτι ὁ νέος τοῦτος ἐπιθυμοῦσε πραγματική, αἰώνια ζωὴ καὶ τὴν ἀγαποῦσε βέβαια, κατεχόταν ὅμως ἀπὸ μεγαλύτερο πάθος,τὴ φιλαργυρία.Ἔχει ὅμως τὴ χάρη του κι αὐτὸ ποὺ τώρα πρόσθεσα, ὅτι σὰν φιλοχρήματος ἐπιθυμοῦσε τὴν αἰώνια ζωή.
    « Ὅταν τὸν εἶδε ὁ Ἰησοῦς ποὺ ἔγινε περίλυπος  εἶπε· Πόσο δύσκολα αὐτοὶ ποὺ ἔχουν τὰ χρήματα θὰ περάσουν στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.  Εἶναι πιό δύσκολο νὰ περάση τὸ παλαμάρι ἀπὸ τὸ μάτι τοῦ βελονιοῦ παρά νὰ μπῆ ὁ πλούσιος στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.  Κι ὅσοι ἄκουσαν ρώτησαν· Καὶ ποιὸς μπορεῖ νὰ σωθῆ; Κι ἐκεῖνος εἶπε· Τὰ ἀδύνατα στοὺς ἀνθρώπους εἶναι δυνατὰ στὸ Θεὸ.  Κι ὁ Πέτρος πρόσθεσε·  Νὰ ἐμεῖς, ποῦ τὰ ἀφήσαμε ὅλα.  Κι ἐκεῖνος εἶπε· Σᾶς βεβαιώνω, ὅτι δὲν εἶναι κανένας ποὺ ἄφησε γιὰ χάρη τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ σπίτι,ἤ γονεῖς,ἤ ἀδελφοὺς, ἤ γυναῖκα, ἤ παιδιὰ καὶ δὲ θ’ ἀπολαύση πολλαπλάσια καὶ στὴ ζωὴ αὐτὴ καὶ στὴν αἰωνιότητα». Ἑπειδὴ λυπήθηκε ὁ πλούσιος, ὅταν ἄκουσε τὴ στέρηση τῶν ὑπαρχόντων του, λέει ὁ Κύριος μὲ θαυμαστικὸ τρόπο·  Πόσο δύσκολα θὰ μποῦν οἱ πλούσιοι στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.  Δὲν εἶναι ὅτι τοὺς εἶναι ἀδύνατο νὰ μποῦν ἀλλὰ δύσκολο.  Δὲν εἶναι ἀδύνατο νὰ σωθοῦν οἱ πλούσιοι.  Γιατὶ μπορεῖ νὰ ἐγκαταλείψουν τὰ χρήματα καὶ νὰ ἐπιτύχουν τὰ οὐράνια. Τοῦτο ὅμως εἶναι δύσκολο, γιατὶ στὸ χρῆμα κολλοῦν περισσότερο καὶ δύσκολα ἀποσπᾶται ὁ ἄνθρωπος ποὺ πιάστηκε ἀπ’ αὐτό- λίγο πιὸ κάτω τὸ παρουσιάζει καὶ σὰν ἀδύνατο, γιατὶ λέει ὅτι εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ περάση παλαμάρι ἀπὸ τὸ μάτι τοῦ βελονιοῦ παρὰ νὰ σωθῆ ὁ πλούσιος. Τί μποροῦμε νὰ ποῦμε; Πρῶτα ὅτι ἀληθινὰ ἔτσι εἶναι· ἀδύνατο νὰ σωθῆ κάποιος, ἄν εἶναι πλούσιος. Μὴ μοῦ πῆς ὅτι ὁ τάδε, ἄν κι ἦταν πλούσιος, ἔδινε τ’ ἀγαθὰ του καὶ σώθηκε.  Δὲ σώθηκε ἐνῶ ἦταν πλούσιος ἀλλὰ ἀφοῦ ἔγινε φτωχὸς ἤ σώθηκε ἐπειδῆ ἦταν οἰκονόμος καὶ ὄχι πλούσιος.  Ἄλλο οἰκονόμος καὶ ἄλλο πλούσιος. Πλούσιος εἶναι αὐτὸς ποῦ διατηρεῖ γιὰ τὸν ἑαυτό του, οἰκονόμος αὐτὸς ποὺ τὸν δέχθηκε γιὰ χάρη τῶν ἄλλων. Ὥστε κι ἄν ἀκόμα αὐτὸς σώθηκε, δὲ σώθηκε ἐνῶ ἦταν πλούσιος ἀλλὰ ὅπως εἴπαμε ἤ ἀφοῦ ἔχασε ὅλα ὅσα εἶχε ἤ ἀφοῦ σὰν οἰκονόμος τὰ διαχειρίστηκε σωστά. Ὕστερα πρόσεξε καὶ τοῦτο· ὅτι ὁ πλούσιος εἶναι ἀδύνατο νὰ σωθῆ καὶ δύσκολο ἐκεῖνος ποὺ ἔχει χρήματα. Σὰ νὰ λέη· Αὐτὸς  ποὺ κυριεύεται ἀπὸ τὰ χρήματα κι εἶναι ὑποταχτικός τους καὶ δεσμώτης τους δὲ θὰ σωθῆ. Αὐτὸς ὅμως ποῦ κρατεῖ τὰ χρήματα, δηλαδὴ ποὺ εἶναι κύριός τους καὶ τὰ ἐξουσιάζει χωρὶς νὰ ἐξουσιάζεται ἀπ’ αὐτὰ, θά σωθῆ δύσκολα ἐξ αἰτίας τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας. Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴν κάνωμε κατάχρηση σ’ ὅ,τι ἔχομε. Ὥσπου ἔχουμε χρήματα προσπαθεῖ ὁ διάβολος νὰ μᾶς ὑποτάξη γιὰ νὰ χρησιμοποιήσωμε κάποτε τὰ χρήματά μας ἀντίθετα μὲ τὸν κανόνα καὶ τὸ νόμο τὴς οἰκονομίας κι εἶναι δύσκολο νὰ ξεφύγης τὶς παγίδες του.  Γι’ αὐτὸ εἶναι καλὴ ἡ ἀκτημοσύη καὶ σχεδὸν ἀνεπίδεχτη ἀπὸ πειρασμοὺς.  Καὶ εἴπανε, λέει, ὅσοι ἄκουσαν·  Ποιός λοιπὸν μπορεῖ νὰ σωθῆ; Κι ἐκεῖνος εἶπε· Τὰ ἀδύνατα στοὺς ἀνθρώπους, εἶναι δυνατὰ στὸ Θεό. Ὅποιοι ἔχουν τὸ ἀνθρώπινο φρόνημα, δηλαδὴ ὅποιοι σέρνονται κάτω, κι ἐπιθυμοῦν τὰ γήινα ἀδύνατο νὰ σωθοῦν, ὅπως εἴπαμε, κοντὰ στὸ Θεὸ ὅμως, ὅταν ἔχη δηλαδὴ κάποιος σύμβουλο τὸ Θεὸ καὶ τὴν δίκαιη κρίση του καὶ πάρη σὰν ὁδηγοὺς τὶς ἐντολὲς γιὰ τὴν ἀκτημοσύνη καὶ ζητήση τὴ βοήθεια ἐκείνου, γίνεται τοῦτο δυνατό.  Εἶναι στὴν ἐξουσία μας νὰ θελήσωμε τὸ ἀγαθὸ, ἔργο τοῦ Θεοῦ ὅμως εἶναι ἡ ἐπιτέλσή του.  Καὶ διαφορετικὰ, ἄν ξεπερνῶντας κάθε ἀνθρώπινη μικροψυχία, ποὺ δημιουργεῖ ὁ πλοῦτος θελήσωμε νὰ τοὺς κάνωμε φίλους μας τραβῶντας τους ἀπὸ τὸν ἄδικο πλοῦτο, θὰ σωθοῦμε, καὶ θὰ μᾶς προπέμψουν στὶς αἰώνιες κατοικίες. Εἶναι βέβαια καλύτερο νὰ τὰ ἐγκαταλείψουμε ὅλα, κι ἄν ὄχι ὅλα, νὰ κάνωμε τουλάχιστο μετόχους τοὺς φτωχοὺς καὶ ἔτσι γίνεται δυνατὸ τὸ ἀντίθετο.  Εἶναι ἀδύνατο νὰ σωθῆ αὐτὸς ποὺ δὲν τ’ ἄφησε ὅλα, ἐξ αἰτίας ὅμως τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ προεξνεῖ ἀνάλογη ὠφέλεια καὶ ἡ μερικὴ μετάδοση. Γι’ αὐτὸ ὁ Πέτρος ρωτᾶ· Νὰ ἐμεῖς ποὺ τ’ ἀφήσαμε ὅλα, καὶ ρωτᾶ ὄχι γιὰ τὸν ἑαυτό του μονάχα ἀλλὰ γιὰ παρηγοριὰ ὅλων τῶν φτωχῶν.  Γιὰ νὰ μὴ γίνουν οἱ πλούσιοι μόνο αἰσιόδοξοι ποὺ θὰ ἐπιτύχουν πολλὰ, ἐπειδὴ καὶ πολλὰ περιφρόνησαν καὶ ἀπογοητευθοῦν οἱ φτωχοί, ἐπειδὴ στερήθηκαν λίγα καὶ γι’ αὐτὸ περιμένουν μικρὴ ἀμοιβή, ρωτᾶ ὁ Πέτρος κι ἀκούει ὅτι καὶ τὴν παροῦσα καὶ τὴ μέλλουσα ζωὴ θὰ ἔχη σὰν ἀμοιβή του, καθένας ποὺ γιὰ χάρη τοῦ Θεοῦ θὰ καταφρονύση ὁποιοδήποτε μέρος ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά του κι ἄς εἶναι λίγα. Μὴν προσέξεις τοῦτο, ὅτι εἶναι λίγα ἀλλὰ ὅτι αὐτὰ τὰ λίγα ἦταν ὁλόκληρη ζωή γι’ αὐτὸν  κι ὅπως ἐσὺ ἐλπίζεις ὅτι θὰ ζοῦσες μέσα στὰ πολλὰ καὶ στὰ μεγάλα ἔτσι κι αὐτὸς περίμενε ὅτι θὰ ζοῦσε στὰ λιγα καὶ στὰ μικρά.  Δὲν λέγω τὸ ὅτι αὐτὸς ποὺ ἔχει λίγα, ἔχει στενώτερο δεσμὸ μ’αὐτὰ.  Εἶναι φανερὸ τοῦτο ἀπὸ τοὺς πατέρες, ποὺ ὅταν ἔχουν ἔνα παιδί, δείχνου ἰσχυρότερο τὸ σύνδεσμό τους μ’ αὐτὸ παρὰ μὲ τὰ περισσότερα. Ἔτσι κι ὁ φτωχὸς νιώθει μεγαλύτερη προσκόλληση στὸ ἕνα σπίτι καὶ στὸ ἕνα χωράφι ἀπὸ ὅ,τι σὺ στὰ πολλὰ. Ἄν δὲν εἶναι ἔτσι ἀλλὰ ὁ βαθμὸς τῆς συνδέσεως εἶναι καὶ στὶς δύο περιπτώσεις ὁ ἴδιος, γι’  αὐτὸ ἴση εἶναι καὶ ἡ περιφρόνηση. Ἀπὸ δῶ λοιπὸν καὶ στὴν παροῦσα ζωή, παίρνουν στὸ πολλαπλάσιο τὶς ἀμοιβὲς, ὅπως οἱ ἴδιοι οἱ ἀπόστολοι.  Καλύβι περιφρόνησε ὁ καθένας καὶ τώρα ἔχουν λαμπρότάτους ναοὺς καὶ χωράφια καὶ εἰσοδήματα καὶ πολλὲς γυναῖκες δεμένες μαζὶ τους ὄχι μὲ συζυγία ἀλλὰ μὲ θερμὴ πίστη, καὶ γενικὰ ὅλα τὰ ἄλλα.  Καὶ στὴν μέλλουσα ζωὴ θὰ λάβουν στὸ πολλαπλάσιο ὄχι τέτοια χωράφια καὶ σωματικὲς ἀνταμοιβὲς ἀλλὰ ζωὴ αἰώνιον.


Επιμέλεια κειμένου:  Άναβάσεις -  http://anavaseis.blogspot.com

ΕΙΣΟΔΙΑ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ



Μαζί με το χειμώνα, αδελφοί μου, που ξεκινά στο ημισφαίριο μας, ξεκινά και η Εκκλησία του Χριστού, η Εκκλησία μας τις προετοιμασίες της για να εορτάσει ένα ακόμα λαμπρό Πάσχα. Να μην παραξενευόμαστε ακούγοντας τον όρο αυτό γιατί έγινε πλέον δόκιμος και χρησιμοποιείτε από Θεολόγους και για άλλα σημαδιακά γεγονότα στην ανθρώπινη πορεία στη γη ετούτη. Είναι το Πάσχα του χειμώνα, όπως αποκαλεί ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν τη Γέννηση του Χριστού. Βλέπεις τρεις από τις τέσσερις εποχές μας έχουν το Πάσχα τους. Η Άνοιξη το πρώτο, το Αναστάσιμο Πάσχα. Το καλοκαίρι το Πάσχα της Παναγίας μας, ο χειμώνας τούτο, που τώρα, από τις 14 του Νοέμβρη, ετοιμαζόμαστε να γιορτάσουμε.
Πράγματι, αγαπητοί Χριστιανοί. Πρόκειται για Πάσχα. Μήνυμα ελπίδας μέσα στην καρδιά του χειμώνα. Τούτο είναι μια πραγματικότητα που γίνεται βίωμα, προσωπική εμπειρία του κάθε πιστού που τρέφεται με τα νάματα της Ορθοδοξίας.
Αδελφοί μου.
Δυο γεγονότα κορυφώνονται με την εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου στις 21 του Νοέμβρη.
Για το πρώτο: «Χαίρει ο ουρανός και η γη τον ουρανόν τον νοητόν πορευόμενον ορώντες εις θείον οίκον ανατραφήναι σεπτώς»
Το πρόσωπο τής Παναγίας μας. Η κορυφαία προσφορά της ανθρωπότητας στο σχέδιο τής θείας οικονομίας. Το πρόσωπο της Παναγίας μας, ο καθαρώτατος νας το Σωτρος, πολυτίμητος παστς κα Παρθένος, τ ερν θησαύρισμα τς δόξης το Θεο, σήμερον εσάγεται, ν τ οκ Κυρίου, τν χάριν συνεισάγουσα, τν ν Πνευματι θεί· ν νυμνοσιν γγελοι Θεο. Ατη πάρχει σκην πουράνιος…
O άνθρωπος επιλέγει το θάνατο αντί της ζωής, και ο Θεός βοηθεί τον άνθρωπο να διαβεί το θάνατο στην αιωνιότητα. Κι αυτό Το πρόσωπο-κλειδί, λοιπόν, στην όντως παράδοξη ιστορία τής αγάπης τού Θεού είναι η Θεοτόκος, που τίκτει την αλήθεια και τη ζωή, στο πρόσωπο τού Ιησού Χριστού, και λαμβάνει την κορυφαία θέση στη γενεαλογία τού ανθρωπίνου γένους.
Έτσι σήμερα με την ευλογημένη είσοδο της Παρθένου Μαρίας στο Ναό έχουμε και την απαρχή της πραγματοποιήσεως της προαιώνιας βουλής του Τριαδικού Θεού για τη σωτηρία του κόσμου. Στην υμνολογία της μεγάλης αυτής εορτής ψάλλουμε πως «Σήμερον της ευδοκίας Θεού το προοίμιον και της των ανθρώπων σωτηρίας η προκήρυξις». Η χαραυγή της λυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους από τη δουλεία της αμαρτίας. Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας εορτάζει λαμπρά το γεγονός.
Το δεύτερο είναι ο πανηγυρικός Χριστουγεννιάτικος παιάνας που επίσημα πλέον αντηχεί από σήμερα στην απανταχού Ορθοδοξία. Οι καταβασίες των Χριστουγέννων. «Χριστός γεννται δοξάσατε…» Η πρώτη επίσημη αναγγελία της Γεννήσεως του Χριστού που ταιριάστηκαν εξαίσια μ’ αυτή τη μεγάλη Θεομητορική γιορτή της εισόδου της Θεοτόκου εις τα Άγια των Αγίων, αφού με την αφιέρωση αυτή της Μαριάμ υπογράφεται τρόπον τινά το συμβόλαιο ότι από αυτή θα γεννηθεί ο μεσσίας και μαζί η σωτηρία του ανθρώπου.

Αδελφοί μου!

Όλα και σ’ αυτή την περίοδο, υπηρετούν τον ίδιο σκοπό. όλα υπογραμμίζουν τη χαρά για τη σωτηρία. Ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο δρακί την πάσαν έχων κτίσιν», η προσδοκία των εθνών, εκείνος για τον οποίο μίλησαν οι προφήτες, κατά ένα τρόπο μυστικό, «γεννάται εκ Παρθένου».
Ο π. Θωμάς Χόπκο, Ρώσος θεολόγος στο βιβλίο του ‘Χειμωνιάτικη Πασχαλιά» μας λέει:
«Ο Ιησούς βρίσκεται ως βρέφος στο σπήλαιο βασι­λεύοντος του Καίοαρος Αυγούστου έτσι, ώστε να δύναται να βρεθεί στον τάφο επί Ποντίου Πιλάτου. Καταδιώχθηκε από τον Ηρώδη έτσι, ώστε να μπορέσει να συλληφθεί από τον Καϊάφα. Τάφηκε στο βάπτισμα έτσι, ώστε να μπορέσει να φθάσει μέχρι το σταυρικό θάνατο. Τον προσκύνησαν οι μάγοι έτσι, ώστε ολόκληρη ή κτίση να μπορέσει να Τον προσκυνήσει κατά το θρίαμβο του επί του θανάτου. Το Πάσχα του Σταυρού Του προετοιμάσθηκε από το Πάσχα της ελεύσεως Του. Το Πάσχα της Αναστάσεως του ξεκίνησε με το Πάσχα της ενσαρκώσεως Του. Το Πάσχα της δόξης Του προαγγέλθηκε με το Πάσχα του Βαπτίσματος Του. Να τι εορτάζουν κάθε χρόνο οι Χριστιανοί σε εκείνο που πρώτος ο πατήρ Αλέξανδρος Σμέμαν αποκάλεσε «Πάσχα του χειμώνα.»
Καλούμαστε και πάλι, αδελφοί μου, από σήμερα επίσημα και έντονα να γιορτάσουμε ή επί τα ακριβέστερο, να ζήσουμε αληθινά το μεγάλο γεγονός της σωτηρίας και της λυτρώσεως των ανθρώπων και του κόσμου από τα δεινά των κακών και του διαβόλου. Καλούμαστε να δεχθούμε το μυστήριο της σαρκώσεως του Θεού και να γεμίσουμε με θεία χάρη και ευλογία.
Οι άγιοι Πατέρες μας καλούν να ανοίξουμε τα μάτια της καρδιάς και να μελετήσουμε το μεγάλο αυτό μυστήριο, που κυριολεκτικά άλλαξε τη μορφή του κόσμου. Πριν από τη γέννηση του Κυρίου Ιησού ο κόσμος ζούσε στο σκοτάδι της απιστίας και της ειδωλολατρίας με φωτεινές εξαιρέσεις. Όμως ο Θεός δεν εγκατέλειψε το πλάσμα του. Στον κατάλληλο χρόνο στέλνει στη γη τον μονογενή Του Υιό , για να σώσει τον κόσμο και τον άνθρωπο. «Ο Θεός επί γης ώφθη και τοις ανθρώποις συνανεστράφη» (Βαρούχ γ’ 38). Ο αόρατος γίνεται ορατός, ο απρόσιτος προσιτός, ο Θεός μαζί με τους ανθρώπους. Μέγα και παράδοξον το μυστήριον. Ήλθε στη γη όχι όπως αυτός μπορούσε, αλλά όπως εμείς μπορούσαμε να τον δούμε και να τον καταλάβουμε. Γι’ αυτό έγινε άνθρωπος με σάρκα· για να επικοινωνήσει καλύτερα με μας. Ο Ιερός Χρυσόστομος τονίζει χαρακτηριστικά : «Πώς έγινε τούτο το εκπληκτικό και αξιοθαύμαστο; Ένεκα της δικής Του αγαθότητος και όπως ένας βασιλέας βγάζει την βασιλική στολή και σαν απλός στρατιώτης ρίχνεται στη μάχη, για να μη αναγνωρισθεί από τον εχθρό και έτσι πετύχει τη νίκη, έτσι και ο Χριστός ήρθε με ανθρώπινη μορφή, για να μην αναγνωρισθεί και αποφύγει ο εχθρός τη σύγκρουση μαζί του, αλλά και για να μη φοβίσει τους ανθρώπους, γιατί ήρθε για να τους σώσει και λυτρώσει»
«Χριστός γεννται, δοξάσατε∙ Χριστός ξ ορανν παντήσατε.
Χριστός πί γς ψώθητε. σατε τ Κυρί πσα γ,
και ν εφροσύν νυμνήσατε λαοί∙ τι δεδόξαστε»

Χριστός γεννάται∙ Από τα στόματα όλων ας ακουστεί δοξολογία.
Εσείς οι άνθρωποι, μαζί με τους Αγγέλους, ενώστε τη φωνή σας και όλοι συμψάλλατε «Δόξα ν ψίστοις Θε και πί γς ερήν ν νθρώποις εδοκί».
Ο Χριστός έρχεται από τους ουρανούς, όλοι, σαν τους ποιμένες, σαν τους Μάγους, τρέξτε να τον υποδεχθείτε.
Ο Χριστός φάνηκε πάνω στη γη. Στη Βηθλεέμ, στο σπήλαιο, στη Φάτνη, σπαργανωμένος, είναι ανάμεσα μας, είναι κοντά μας, είναι δίπλα μας∙ εσείς οι άνθρωποι ανεβείτε από τη γη στους ουρανούς. Ξεκολλήστε το νου, τη ψυχή, τη καρδιά σας, από τα γήινα και τα χοϊκά και ανεβείτε στα επουράνια, τα άφθαρτα, τα αιώνια.
Όλοι οι λαοί, απ’ άκρο σ’ άκρο της γης, Ανατολή και Δύση, Βορρά και Νότο, όλη η οικουμένη, άσατε, ανυμνήσατε, ψάλλατε άσματα στον Κύριο με χαρά και ευφροσύνη, γιατί για σας Αυτός είναι ο πλέον δοξασμένος και από Αγγέλους και από ανθρώπους».
Εδώ ο εμπνευσμένος και όντως Θεοφώτιστος ποιητής του πανηγυρικού αυτού κανόνος των Χριστουγέννων, θέλοντας να εκφράσει τη χαρά και τον ενθουσιασμό του για την μεγάλη γιορτή των Χριστουγέννων, τη Μητρόπολη των εορτών, παίρνει ένα πανηγυρικό λόγο, του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, που έτσι ακριβώς αρχίζει, τον κάνει ποίημα, και πλέκει έτσι με το δικό του αριστοτεχνικό τρόπο, το χαρμόσυνο και πανηγυρικό αυτό ύμνο και τον κάνει το σήμα κατατεθέν της του Χριστού Γέννας.
Οι ρήτορες όταν θέλουν να παρουσιάσουν ένα γεγονός περασμένο πιο έντονα, συνηθζουν να το αναφέρουν σαν να συμβαίνει τώρα. Έτσι και τώρα ο Άγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος στον πανηγυρικό του λόγο δεν αναφέρει «Χριστός εγεννήθη», αλλά «Χριστός γεννται». Τώρα γεννιέται ο Χριστός. Αυτή τη φράση χρησιμοποιεί και ο ποιητής του κανόνος. ¨όμως το «Χριστός γεννται», μπαίνει και για ένα άλλο λόγο. Η Γέννηση του Χριστού, το μέγα αυτό Μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Θεού, συντελέστηκε βέβαια τότε, σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή της ιστορίας, όμως στην Εκκλησία, συντελείται αέναα. Ο Χριστός γεννιέται στη ψυχή μας πάντοτε. Σαρκώνεται μέσα στον καθέναν μας που πιστεύει και ελπίζει στην εν Χριστώ σωτηρία.
Περιμένουμε τη μεγάλη γιορτή της γεννήσεως, αδελφοί μου! Ήδη πριν δυο βδομάδες περίπου έχει ξεκινήσει η νηστεία των Χριστουγέννων. Βέβαια λίγοι τη θυμούνται, λιγότεροι την ασπάζονται και οι περισσότεροι αν δεν την κοροϊδεύουν, την αγνοούν και αδιαφορούν. Όπως όμως και να το κάνουμε χωρίς νηστεία, χωρίς κάποια θυσία, δεν έχει καμιά αξία, δεν μας προκαλεί την παραμικρή συγκίνηση η γιορτή, όταν θα έλθει, και το Χριστουγεννιάτικο, γιορτινό, οικογενειακό τραπέζι καμιά διαφορετικότητα· τίποτα το ξεχωριστό από όλες τις, άλλες ημέρες. Στις 21 του μηνός μαζί με τη γιορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου, ξεκινούν
Και ο Υιός του Θεού αναμένει την ανταπόκριση τη δικής μας. Μας αγάπησε, ζητά να τον αγαπήσουμε και μεις. Να του ανοίξουμε την καρδιά και τη ζωής μας. Να συνδεθούμε μαζί του. Σαν μια ελάχιστη συμμετοχή στις ημέρες αυτές και στη «Μητρόπολη των εορτών» που αναμένουμε, θα προσπαθήσουμε στις ομιλίες των ημερών τούτων να ακουμπήσουμε όσο μπορούμε το νόημα της εορτής. Ίσως κάποιο καμπανάκι χτυπήσει μέσα μας, ίσως κάνουμε κάτι για Χριστούγεννα με Χριστό.

Λόγος Πανηγυρικός εἰς τά Εἰσόδια τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἠμῶν Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας. Ἁγίου Ταρασίου Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως


Λόγος Πανηγυρικός εἰς τά Εἰσόδια τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἠμῶν Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας

Ἁγίου Ταρασίου Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως

Φαιδρά καί παράδοξος ἡ παροῦσα πανήγυρις, καί τῶν φιλεόρτων τόν πόθον πρός ὑμνωδίαν
ἐγείρουσα ἡ τῆς Ἀειπαρθένου καί Θεοτόκου εἰς τόν Ναόν Εἴσοδος.
Σήμερον δηλαδή ὁ Οὐρανός καί ἡ Γῆ, ἔχουσι κοινήν Ἑορτήν, μαζί τόν Δημιουργόν δοξολογούσι,
τόν ἐκ βροτείας φύσεως τήν Θεοπαίδα Κόρην ἐκλεξάμενον εἰς ἑαυτοῦ κατασκήνωσιν.

Σήμερον τοῦ πρό πάντων αἰώνων περιορισθέντος μυστηρίου, καί ἐπ' ἐσχάτων φανεροῦσθαι
μέλλοντος, εὐτρεπίζεται οἰκητήριον. Σήμερον ἡ ἐξ' ἐπαγγελίας τεχθεῖσα ἐξ Ἰωακείμ καί Ἄννης,
προσφέρεται ὑπ' αὐτῶν τίμιον Δῶρον τῷ μετέπειτα ἐξ αὐτῆς τεχθῆναι εὐδοκήσαντι.
Σήμερον τό τῆς χαρᾶς Προοίμιον, εἰς τόν Ναόν εἰσάγεται τριετίζουσα, καί παρθένοι ταύτης μετά
λαμπάδων προπορεύονται. Σήμερον προσάγεται, εἰς τά Ἅγια τῶν Ἁγίων, ἡ λύσις τῆς στειρωτικῆς
κατάρας.



Σήμερον τό κήρυγμα τῶν Προφητῶν, ὑπό τοῦ ἱερέως καί Προφήτου Ζαχαρίου, εἰς τά ἄδυτα ἀνέρχεται.
Καί ἐνῶ αὐτός, ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ μετ' εὐλαβείας εἰσήρχετο, αὔτη φαιδρῶς μετά ἀδείας ἡμέρας καί
νυκτός ἐκαθέζετο. Ποῖος νά μήν ἐκπλαγῆ εἰς τό παράδοξον τοῦτο πράγμα; Ποῖος νά μήν ἐκπλήττεται
εἰς τό παράδοξον τοῦτο θαῦμα; Βλέπων ἐν τῷ Ναῶ παρεδρεύουσα τήν τοῖς ἱερεύσι γεγονυΐαν ἀπρόσίτον Μαρίαν τήν ἀμώμητον;
Τοῦτο της πρός ἠμᾶς συναφείας προοίμιον, τοῦτο τῆς τῶν Ἀγγέλων μίξεως μετά ἀνθρώπων προχάραγμα, τοῦτο τῆς ἠμῶν ἀνακαινίσεως ἐκσφάγισμα, τοῦτο τοῦ ἀκανθηφόρου βίου ἠμῶν καί τῆς ἀποφάσεως τῆς προτέρας του «Ἐπικατάρατος ἡ γῆ ἐν τοῖς ἔργοις σου..... ἀκάνθας καί τριβόλους ἀνατελεῖ σοί» [1], καί τοῦ «Ἐν ἰδρώτι τοῦ προσώπου σου φαγῆ τόν ἄρτον σου»[2], ἡ μετάλλαξις.
Τοῦτο τοῦ «Πληθυνῶ τάς λύπας σου καί τόν στεναγμόν σου»[3], καί τοῦ «Ἐν λύπαις τέξη τέκνα»[4], βεβαῖα ἀπολύτρωσις.
Ταύτην οἱ πιστοί ἐορτάσωμεν τήν παντιμον Ἑορτή, τήν λαμπρᾶν Πανήγυριν, τήν θεϊκαῖς ἀποστίλβουσαν μαρμαρυγαῖς, τήν νοηταῖς λαμπαδουχουμένην φωταγωγίαις, τήν μυστικαῖς
ἀγλαϊζομένη φωτοδοσίαις, τήν μυστικαῖς περιαστράπτουσαν τῷ κόσμω θεογνωσίαις, τήν ἐν τρισί
προσώποις μίαν Θεότητα Πατρός, Υἱοῦ καί Πνεύματος διδάξασαν Παντοκρατορίαν.
Αὔτη γάρ ἡ τῶν Ἁγίων Ἁγία,
ἡ ἀκηλίδωτός του Λόγου Παστάς,
τό Παρθενικόν Ἀπάνθισμα,
ἡ Κιβωτός τοῦ Ἁγιάσματος,
τό Ὅρος τό Ἅγιον,
ἡ Θεοχώρητος Σκηνή,
ἡ ἀκατάφλεκτος βάτος,
τό πυρίμορφον Ἅρμα τοῦ Θεοῦ,
ἡ Περιστερά ἡ ἀμόλυντος,
τό εὐρύχωρόν του Λόγου Χωρίον,
ἡ θεοφωτός Νεφέλη,
ἡ πεποικιλμένη Βασίλισσα,
ἡ ἐκ σπέρματος Δαβίδ καταγομένη,
τῷ τοῦ Δαβίδ Κτίστη καί Θεῶ τετήρετο εἰς ἑαυτοῦ κατοίκησιν. Ἰωακείμ γάρ ἐν τή δωδεκαφύλω
τοῦ Ἰσραήλ, πλούσιος ὧν καί δίκαιος, προσέφερε τά Δῶρα αὐτοῦ πρός τόν Θεόν. Μή ἔχοντος δέ
σπέρμα αὐτοῦ, ἀλλ' ὄντος ἀπαιδος, δέν ἐδέχθησαν αὐτά οἱ Ἱερεῖς λέγοντες :
«Οὐκ ἔξεστι σοί προσενεγκεῖν αὐτά τῷ Θεῶ, καθότι σπέρμα οὐκ ἐποίησας ἐν τῷ Ἰσραήλ».
Καί σκυθρωπάσας κατῆλθεν ἐκ Ναοῦ Κυρίου, ἔχοντας Λύπην ἀβάστακτον. Μετά ἀνέβη εἰς τό
Ὅρος μόνος, μόνον τῷ Θεῶ, προσευχόμενος μετά ταπεινώσεως καί συντετριμμένης καρδίας.

[1] Γέν. γ' 17-18.
[2]. Γέν. γ' 19.
[3]. Γέν. γ' 16.
[4] Αὐτόθι.


Λόγοι Πανηγυρικοί
εἰς ὄλας τάς
Θεομητορικᾶς ἐορτᾶς. (σέλ. 101-103)
Ἱερό Ἡσυχαστήριον τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου
Κατουνάκια - Ἅγιον Ὅρος 1996

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

Ι.Ν. ΕΙΣΟΔΙΩΝ Υ.Θ. ΒΑΘΕΩΣ ΙΘΑΚΗΣ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΙΕΡΑΣ ΠΑΝΗΓΥΡΕΩΣ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΛΕΥΚΑΔΟΣ & ΙΘΑΚΗΣ

ΙΕΡΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΝΑΟΣ ΕΙΣΟΔΙΩΝ  Υ.Θ. ΙΘΑΚΗΣ



ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΙΕΡΑΣ ΠΑΝΗΓΥΡΕΩΣ

ΣΑΣ ΠΡΟΣΚΑΛΟΥΜΕ ΕΠΙΣΗΜΩΣ ΣΤΙΣ ΕΟΡΤΑΣΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ.

ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ 20 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2011

 ΩΡΑ  18.30.

ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ  ΧΟΡΟΣΤΑΤΟΥΝΤΟΣ ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΟΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΛΕΥΚΑΔΟΣ & ΙΘΑΚΗΣ κ. κ. ΘΕΟΦΙΛΟΥ 

ΩΡΑ  20.00

ΛΙΤΑΝΕΙΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΕΙΚΟΝΟΣ

ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑ  21 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2011

ΩΡΑ  07.30-10.00

* ΑΡΧΙΕΡΑΤΙΚΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΥΠΟ ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΟΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΛΕΥΚΑΔΟΣ & ΙΘΑΚΗΣ κ. κ. ΘΕΟΦΙΛΟΥ 

ΩΡΑ  20.00

*ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ,ΙΕΡΑ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΣ.

                               ΕΚ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ

ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΘΕΙΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΩΝ


ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ



ΘΕΙΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ



 ΚΑΘΕ ΗΜΕΡΑ ΘΑ ΤΕΛΕΙΤΑΙ Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΕΝ ΟΨΕΙ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ  ΩΡΑ  17.00



ΘΕΙΑ Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΠΟ ΩΡΑ 06.45 ΕΩΣ 08.30

ΕΚΤΟΣ ΜΕΓΑΛΩΝ ΕΟΡΤΩΝ ΑΠΟ 07.00                     ΕΩΣ 09.00



ΑΠΟ 14  ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ ΕΩΣ 19 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ   

Ο ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΘΑ ΤΕΛΕΙΤΑΙ ΣΤΟ ΕΚΚΛΗΣΑΚΙ ΤΩΝ ΑΓΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ & ΕΛΕΝΗΣ .
ΑΠΟ 21 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ  ΕΩΣ 25 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ  ΣΤΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟ  ΝΑΟ

ΕΦΗΜΕΡΙΕΣ ΙΕΡΕΩΝ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΚΑΘΑΡΩΝ ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2011




                                                 



                                                          
















                                                     ΕΦΗΜΕΡΙΕΣ ΙΕΡΕΩΝ

ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΚΑΘΑΡΩΝ

                             ΜΗΝΟΣ  ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2011.



ΤΕΤΑΡΤΗ 9  ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2011.ΩΡΑ:17.00

ΙΕΡΑ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ  ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΣ π. Σεβαστιανός Μόσχος.



ΚΥΡΙΑΚΗ  13  ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2011. ΩΡΑ 07.15 – 10.00 π. μ.

ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ π . Σεβαστιανός Μόσχος.



ΤΕΤΑΡΤΗ 16  ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2011.ΩΡΑ:17.00

ΙΕΡΑ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ  ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΣ π. Σεβαστιανός Μόσχος.



ΚΥΡΙΑΚΗ  24   ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2011. ΩΡΑ 07.15 – 10.00 π. μ.

ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ π . Σεβαστιανός Μόσχος.





                                                   Ο ΗΓΟΥΜΕΝΕΥΩΝ

                                         Αρχιμανδρίτης Σεβαστιανός Μόσχος.

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

Στὴν ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελιστῆ Ματθαίου

Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))

undefined


α'. Ὅταν κάποτε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὡμιλοῦσε στοὺς μαθητές του, μέσα στὰ ἄλλα τοὺς εἶπε· «Οὐκ ἐγὼ ὑμᾶς τοὺς δώδεκα ἐξελεξάμην;» (1), ἐγὼ δὲν διάλεξα ἐσᾶς τοὺς δώδεκα; Καὶ σὲ μιὰ ἄλλη περίπτωση τοὺς εἶπε πάλι· «Ἐγὼ οἶδα οὕς ἐξελεξάμην» (2), ἐγὼ ξέρω ποιοὺς ἐδιάλεξα. Σήμερα, ὅταν ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴν ἱερὴ μνήμη τοῦ ἁγίου εὐαγγελιστῆ Ματθαίου, μᾶς ἔρχονται στὸ νοῦ τὰ παραπάνω λόγια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, καθὼς τὰ διαβάζομε στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννη. Στὰ λόγια αὐτὰ καὶ στὴν κλήση τοῦ εὐαγγελιστῆ Ματθαίου, ὅπως τὴν ἀκούσαμε στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, ὑπάρχει ἕνα μυστήριο καὶ ἕνα θαῦμα, γιὰ τὰ ὁποῖα θὰ μιλήσουμε σήμερα.

β'. Τὸ μυστήριο, γιὰ τὸ ὁποῖο θέλομε νὰ ποῦμε σήμερα, εἶναι γιὰ τὸ ποιοὺς ἐξέλεξε καὶ κάλεσε ὁ Θεός, γιὰ νὰ τοὺς κάμη ἀποστόλους του. Οὔτε σοφοὺς οὔτε ἰσχυροὺς κάλεσε, ἀλλὰ φτωχοὺς κι ἀγράμματους, κι ἀνθρώπους χωρὶς ὑπόληψη καὶ ὄνομα, καθὼς τὸ γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρώτη πρὸς Κορινθίους ἐπιστολή. Ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος γράφει καὶ τὴν αἰτία, γιὰ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς ἐξέλεξε καὶ κάλεσε τέτοιους ἀνθρώπους, καὶ μᾶς δίνει τὴν ἀπάντηση· «ὅπως μὴ καυχήσηται πᾶσα σὰρξ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ» (3), γιὰ νὰ μὴν καυχηθῆ μπροστὰ στὸ Θεὸ κανένας ἄνθρωπος, εἴτε σοφὸς εἴτε δυνατός, πὼς τάχα στὴ δική του ἀξία ὀφείλεται ἡ νίκη τοῦ Εὐαγγελίου.

γ'. Ἀλλ’ ὅμως, καὶ μὲ τὴν ἀπάντηση αὐτὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου, τὸ μυστήριο μένει. Μὲ ποιὰ κριτήρια καὶ μὲ ποιὰ πρόγνωση ἐξέλεξε ἡ βουλὴ τοῦ Θεοῦ ἐκείνους, ποὺ ὕστερα κάλεσε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς γιὰ νὰ τοὺς κάμη Ἀποστόλους; Τί ἔβλεπε μέσα σὲ κείνους τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἕνας μάλιστα ἀπ’ αὐτοὺς τὸν πρόδωσε; Σ’ αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα δὲν θὰ μπορέσουμε ποτὲ νὰ δώσουμε ἀπάντηση καὶ ἐξήγηση, σὰν ἐκεῖνες ποὺ δίνει ὁ λογισμός μας στὰ φυσικὰ πράγματα. Δὲν ἐξηγοῦνται φυσικὰ καὶ λογικὰ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ· πάντα γιὰ τὸ ἀνθρώπινο μυαλὸ ἡ βουλὴ τοῦ Θεοῦ μένει ἀνεξιχνίαστη. «Τὶς γὰρ ἔγνω νοῦν Κυρίου;» (4), λέγει ἡ θεία Γραφή, ποιὸς δηλαδὴ μπόρεσε νὰ καταλάβη τί ἔχει ὁ Θεὸς στὴ σκέψη του;

δ'. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο σήμερα ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς καλεῖ τὸν τελώνη Ματθαῖο, γιὰ νὰ τὸν κάμη Ἀπόστολο, ἡ προθυμία μὲ τὴν ὁποία ἐκεῖνος τὰ ἀφήνει ὅλα καὶ πηγαίνει κοντὰ μ’ ἐκεῖνον ποὺ τὸν καλεῖ, αὐξάνουν τὴν ἄγνοιά μας μπροστὰ στὸ μυστήριο, γιὰ τὸ ὁποῖο μιλᾶμε. Τί ἦταν ἐκεῖνο, ποὺ ἔκαμε τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ νὰ καλέση τὸν τελώνη, γιὰ νὰ τὸν κάμη Ἀπόστολο, ἕναν ἄνθρωπο ὄχι μόνο ἄσημο, ἀλλὰ καὶ ἐθνικὰ καὶ κοινωνικὰ περιφρονημένο ἀνάμεσα στοὺς Ἰουδαίους; Καὶ τί ἦταν ἐκεῖνο, ποὺ ἔκαμε τὸν τελώνη νὰ τὰ ἀφήση ὅλα καὶ νὰ ὑπακούση στὴν κλήση; Αὐτά, καθὼς τὰ διαβάζομε καὶ τὰ ἀκοῦμε στὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια, μᾶς γεννᾶνε ἀπορίες κι ἐρωτήματα ἀναπάντητα. Μὲ τὸ μυαλό μας δὲν μποροῦμε νὰ ἐξηγήσουμε αὐτὰ τὰ πράγματα, ὅσο κι ἂν παραδεχθοῦμε πὼς ὑπῆρχε κάποια προετοιμασία σ’ αὐτοὺς ποὺ κάλεσε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἤ ὅτι τὸ θεῖο πρόσωπό του εἶχε κερδίσει τὴν ἐμπιστοσύνη τους! Πιὸ πέρα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπινους συλλογισμούς μας, γιὰ νὰ ἐξηγήσουμε τὸ μυστήριο, μένει πάντα ἡ ἀνερμήνευτη βουλὴ τοῦ Θεοῦ.

ε'. Καὶ τὸ θαῦμα, γιὰ τὸ ὁποῖο ἐρχόμαστε τώρα νὰ ποῦμε, εἶναι τὸ τί ἔγιναν, ὅποιοι κι ἂν ἦσαν, ἐκεῖνοι ποὺ ἐξέλεξε καὶ κάλεσε ὁ Θεός, γιὰ νὰ τοὺς κάμη Ἀποστόλους τοῦ Εὐαγγελίου. Οἱ τελῶνες καὶ οἱ ψαράδες γίνονται ἅγιοι καὶ σοφοί, οἱ ἀδύνατοι καὶ ἄσημοι ἄνθρωποι νικοῦν τὸν κόσμο, οἱ δειλοὶ καὶ οἱ φοβισμένοι γίνονται ἀτρόμητοι μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεως. Τὸ θαῦμα αὐτό, γιὰ τὸ ὁποῖο λέμε, εἶναι ἕνα θαῦμα διπλὸ· ἕνα θαῦμα πρῶτα ἐσωτερικό, μιὰ ἀλλαγὴ ποὺ ἔγινε μέσα στοὺς ἀνθρώπους, αὐτοὺς ποὺ ἐκλέχτηκαν γιὰ νὰ γίνουν ἀπόστολοι, κι ἕνα θαῦμα ὕστερα ἐξωτερικό, μιὰ ἀλλαγὴ τῶν πραγμάτων, ποὺ ἔγινε στὸν κόσμο μὲ τὸ κήρυγμα τῶν ἀποστόλων. Αὐτὸ τὸ δεύτερο δὲν θὰ τὸ καταλάβωμε καὶ δὲν θὰ τὸ ἐκτιμήσουμε στὴν πραγματική του ἀξία, ἂν δὲν σκεφτοῦμε καὶ δὲν δοῦμε τί ἦταν πρὶν ἀπὸ τὸ Χριστὸ ὁ κόσμος καὶ ὁ κοινωνικὸς βίος τῶν ἀνθρώπων.

ς'. Μᾶς ἐνδιαφέρει σήμερα τὸ πρῶτο, τὸ θαῦμα τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔγινε μέσα στοὺς ἀνθρώπους, ποὺ κάλεσε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς γιὰ νὰ γίνουν ἀπόστολοι. Ὅτι ἄλλαξαν καὶ δὲν ἔμειναν ἐκεῖνοι ποὺ ἦσαν πρῶτα, εἶναι γεγονός· τὸ βεβαιώνουν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι μὲ τὴ ζωή τους καὶ μὲ τὸ θάνατό τους μετὰ τὴν Πεντηκοστή. Δὲν εἶναι μόνο ἡ ἐξωτερικὴ παιδευτικὴ ἐργασία τοῦ θείου Διδασκάλου νὰ ἑτοιμάση τοὺς ἀποστόλους, καθὼς τὴ βλέπομε στὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια, εἶναι καὶ ἡ μυστικὴ ἐνέργεια τῆς θείας χάρης, ποὺ τοὺς ἄλλαξε καὶ τοὺς ἔκαμε νέους ἀνθρώπους κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Οἱ πύρινες γλῶσσες, ἡ φωτιὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ ἦρθε ἀπάνω στοὺς μαθητές, πρῶτα τοὺς καθάρισε καὶ τοὺς ἔκαμε καινούργιους ἀνθρώπους, κι ὕστερα τοὺς θέρμανε καὶ τοὺς φώτισε, γιὰ νὰ βγοῦν στὸν κόσμο καὶ νὰ κηρύξουν «ἐνώπιον ἐθνῶν καὶ βασιλέων» (5) ἐκεῖνα ποὺ εἶδαν καὶ ἤκουσαν κοντὰ στὸ θεῖο Διδάσκαλο καὶ Σωτήρα Χριστό. Τὸ «ἐνώπιον ἐθνῶν καὶ βασιλέων» λέγεται εἰδικὰ στὴ θεία Γραφὴ γιὰ τὸ μεγάλο ἀπόστολο Παῦλο, μὰ ταιριάζει γιὰ ὅλους τοὺς Ἀποστόλους.

ζ'. Στὸν καιρό μας ἴσως δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει τὸ ἔργο τῆς θείας χάρης, σὰν ἐσωτερικὴ ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου· μᾶς κάνουν ἐντύπωση κάποιες ἐξωτερικὲς ἐπιτυχίες καὶ κοινωνικὲς δραστηριότητες τῶν ἀνθρώπων. Αὐτὲς οἱ ἐπιτυχίες κι οἱ δραστηριότητες δὲν ἔχουν πάντα πολλὴ σχέση μὲ τὴ θεία χάρη καὶ τὴν ἁγιωσύνη· εἶναι, καθὼς λέει ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, λαμπερὲς κακίες, κακίες ποὺ ξεγελοῦν καὶ φαίνονται γιὰ ἅγιες πράξεις. Πρέπει ὅμως νὰ πιστεύωμε ὅτι τὸ ἔργο τῆς θείας χάρης εἶναι ἐσωτερικὸ καὶ προσωπικό. Ὄχι σὰν μιὰ φιλοσοφικὴ καὶ θεωρητικὴ ἰδεολογία ἤ σὰν ἕνα σύνθημα ποὺ πέφτει γιὰ νὰ φανατίση ἤ σὰν ἕνα ἀνθρωπιστικὸ λεγόμενο κήρυγμα, ποὺ πάντα μένει στὴν ἐπιφάνεια καὶ δὲν ἀγγίζει τὸ βάθος τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ ἔργο τῆς θείας χάρης, τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἀναγέννηση καὶ ἀνακαίνιση ριζικὴ καὶ προσωπική. Μέσα στὰ θεόπνευστα κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἄπειρα τὰ παραδείγματα τῶν ἀνθρώπων, ποὺ λούστηκαν στὰ ρεῖθρα τῆς θείας χάρης καὶ ξαναγεννήθηκαν. Εἶναι τελῶνες, ποὺ ἔγιναν Εὐαγγελιστές, καθὼς ὁ Ματθαῖος· εἶναι ληστές, ποὺ βρῆκαν τὸν παράδεισο, σὰν ἐκεῖνος ποὺ σταυρώθηκε μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ· εἶναι γυναῖκες ἁμαρτωλές, ποὺ ἄλλαξαν κι ἔγιναν μεγάλες ἅγιες, σὰν τὴν ὁσία Πελαγία καὶ τὴν ὁσία Μαρία· εἶναι ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἡ ἁγιωσύνη τους εἶναι καρπὸς τῆς θείας χάρης.

η'. Ἡ ἐκλογὴ καὶ ἡ κλήση τῶν Ἀποστόλων εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸ ἔργο καὶ τὸ κατόρθωμα τῶν Ἀποστόλων εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ θαύματα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ματθαῖος ἤ Λεβίς, καθὼς εἶναι ἕνα δεύτερο ὄνομά του, εἶναι ὁ τελώνης, ποὺ ἔγινε ὁ ἀπόστολος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ κι ἔγραψε τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ εἶναι τὸ πρῶτο βιβλίο τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἕνα βιβλίο ποὺ διαβάστηκε περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο στὸν κόσμο. Ἀξίζει νὰ κλείσουμε τὸ σημερινὸ κήρυγμα, στὴν ἱερὴ μνήμη τοῦ εὐαγγελιστῆ Ματθαίου, μὲ τὶς λέξεις μὲ τὶς ὁποῖες κλείνει καὶ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιό του. Εἶναι ἡ θεία καὶ γλυκύτατη φωνὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀνάσταση, μὲ τὴν ὁποία βεβαιώνει τοὺς μαθητές του καὶ τὴν Ἐκκλησία ὅτι θὰ εἶναι πάντα μαζί μας ὥς τὴ συντέλεια τῶν αἰώνων. Εἶναι ἡ ὑπόσχεση καὶ βεβαίωση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ οἱ πιστοί, «ἄγκυραν ἐλπίδος κατέχοντες ἀγαλλόμεθα», καθὼς τὸ ψάλλομε στὸν Κανόνα τοῦ Πάσχα. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε στοὺς μαθητὲς του καθὼς τὸ παραδίδει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος «...ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντέλειας τοῦ αἰῶνος» (6) Ἀμήν.
Ἀθήνα, 13 Νοεμβρίου 1980
† ὁ Σ.Κ.Δ



* Ἐλέχθη στὸν ἰ. Ναὸ τοῦ ἁγίου Νικολάου τὴν Κυριακὴ 16.11.1980



Ὑποσημειώσεις

1. Ἰω. 6,70.
2. Ἰω. 13,18.
3. Α' Κορ. 1,29.
4. Ἡσ. 40,13.
5. Πράξ. 9,15.
6. Ματθ. 28,20.

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

Ο καλός Σαμαρείτης (Κυριακή Η΄ Λουκά)

«…Έχει σημασία ότι τόσο ο ιερέας όσο και ο λευίτης πλησίασαν πολύ κοντά: έβγαλαν έτσι το συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος ήταν νεκρός, και στη συνέχεια απομακρύνθηκαν βιαστικά.
Ο Νόμος όριζε με σαφήνεια: «Εκείνος που θ΄ αγγίξει στην πεδιάδα άνθρωπο που σκοτώθηκε ή πέθανε φυσιολογικά, οστό ή μνήμα θα είναι ακάθαρτος για εφτά μέρες» (Αρ.19,16). Εάν λοιπόν ο λευίτης και ο ιερέας άγγιζαν τον άνθρωπο που νόμιζαν νεκρό, εάν ακουμπούσαν το χέρι τους πάνω του, αμέσως θα γίνονταν ακάθαρτοι. Και η ευθύνη τους θα ήταν ακόμη μεγαλύτερη, αφού ανήκαν στην ιερατική τάξη και γνώριζαν τον Νόμο. Γι΄ αυτό και ο Χριστός τονίζει ότι είδαν και απομακρύνθηκαν γρήγορα.
Ο Σαμαρείτης αντίθετα «οδεύων ήλθε προς αυτόν»- ήρθε ψάχνοντας να τον βρει τον αναζητούσε και τον βρήκε…. Από τις ενέργειές του φαίνεται ότι ο Σαμαρείτης αυτός δεν φοβόταν τον θάνατο και οι διατάξεις του Νόμου δεν τον δέσμευαν. Και αυτό δεν ήταν συνέπεια μόνο της καταγωγής του, μιας και τον θάνατο τον φοβούνταν και οι Σαμαρείτες και τις επιταγές του Μωσαϊκού Νόμου τις σέβονταν και αυτοί.
….Σήμερα νομίζουμε ότι ο Χριστός βρίσκει μια όμορφη ιστορία για να ελέγξει την αναισθησία των κληρικών της εποχής του…. Ωστόσο από το Ευαγγέλιο γνωρίζουμε ότι ο Χριστός δεν ήρθε στον κόσμο για να δείξει με θεωρίες τη «σωστή συμπεριφορά» …. Οι άνθρωποι είναι αιχμάλωτοι του θανάτου και ζουν κάτω από τον ίσκιο του. Ο Χριστός ήλθε να τους ελευθερώσει απ΄ αυτόν. Και το έκανε με το να λάβει πάνω του το ανθρώπινο σώμα και κάθε τι ανθρώπινο….Πριν έλθει ο Χριστός δεν είχαμε ανθρώπους πλησίον …γιατί ήμασταν όλοι αιχμάλωτοι του θανάτου.
Ο ιερέας και ο λευίτης που πλησίασαν τον μισοπεθαμένο άνθρωπο δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε περισσότερο. Ήταν και οι δυο σαν τον εμπεσόντα στους ληστές: αδύναμοι και μισοπεθαμένοι…. Ανέλαβαν να υπηρετούν τους ανθρώπους στα πλαίσια του Μωσαϊκού Νόμου, δηλ. να τους πλησιάζουν και να διαπιστώνουν την κατάστασή τους (Όπως πλησίασαν τον τραυματισμένο της παραβολής) και να τους γνωρίζουν για ποιο λόγο έφτασαν στα πρόθυρα του θανάτου. Πιο κοντά δεν μπορούσαν να πάνε. Πλησίον δεν μπορούσαν να γίνουν. Ο ίδιος θάνατος τους αγκάλιαζε-αυτό σήμαινε το ότι θα γίνονταν ακάθαρτοι.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στην παράδοση της Εκκλησίας ο ιερέας και ο λευίτης είναι οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Στις τοιχογραφίες που εικονίζουν την παραβολή, στη θέση του ιερέα και του λευίτη ιστορούνται ο Μωυσής και ο άγ. Ιω. ο Πρόδρομος-οι δυο μεγαλύτερες προσωπικότητες προ Χριστού, αυτοί που κήρυξαν με τον Νόμο και τη μαρτυρία τους τον ερχομό του Χριστού που θα σώσει τον κόσμο.
Εάν ο Χριστός αναφέρει τον ιερέα και τον λευίτη …το κάνει για να δείξει ότι ήταν τόσο βαριά τραυματισμένος ο άνθρωπος, που δεν μπορούσαν να τον βοηθήσουν ούτε οι αγιότεροι των ανθρώπων, αυτοί που ήταν ταγμένοι στην υπηρεσία του Θεού. Ένα τροπάριο λεει πως ούτε ο ιερέας «ο προ του Νόμου προσέσχεν αυτώ», ούτε ο λευίτης » μετά τον Νόμον επείδεν αυτόν», αλλά μόνο ο Χριστός, «ο παραγενόμενος Θεός». Σαμαρείτης λοιπόν είναι ο Χριστός. Και παίρνει το όνομα του Σαμαρείτη στην παραβολή γιατί ταιριάζει πιο πολύ στις ανάγκες των Ιουδαίων, για να κατανοήσουν το πρόσωπο του Χριστού.
«Επιβιβάσας επί το ίδιον κτήνος»- ανεβάζοντάς τον στο δικό του υποζύγιο. Ο Θεός ανέλαβε την τραυματισμένη κι ετοιμοθάνατη φύση μας για να την θεραπεύσει και να την αναστήσει. Γι΄ αυτό στα Χριστούγεννα θ΄ ακούσουμε τον προφήτη να λέει για τον Χριστό: «Ου η αρχή εγεννήθη επί του ώμου αυτού»- η δύναμη του Χριστού, φάνηκε όταν μας πήρε πάνω στον ώμο του, πάνω στις πλάτες του, για να μας οδηγήσει στη Βασιλεία του».

«Λησταίς λογισμοίς περιπεσών ο Αδαμ
εκλάπη τον νουν τραυματισθείς την ψυχήν,
και έκειτο γυμνός αντιλήψεως’
ούτε ιερεύς ο προ του νόμου προσέσχεν αυτώ,
ούτε λευίτης ο μετά τον νόμον επείδεν αυτόν’
ει μη συ ο παραγενόμενος Θεός,
ουκ εκ Σαμαρείας, αλλ’ εκ της Μαρίας Θεοτόκου’
Κύριε, δόξα σοι».
Οι παραβολές μόνο χριστολογική προσέγγιση μπορούν να έχουν κι όχι ηθικολογική, όπως όλη η Βίβλος εξάλλου
Υάκινθος

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

Κυριακή Η΄ Λουκά - "Περί ασπλαχνίας"(+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)


"Περί ασπλαχνίας"

(Ομιλία του †Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

ΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, σὲ ὅλους τοὺς ναοὺς τῆς Ὀρθοδοξίας ὡς εὐαγγέλιο διαβάζεται, ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ, ἡ παραβολὴ τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου. Τὴ γνωρίζουν καὶ τὰ μικρὰ παιδιά, ἀλ λὰ τὴ θαυμάζουν καὶ οἱ μεγαλύτεροι σοφοί.Ἐπειδὴ ὅμως στὸ κήρυγμα ὁ σατανᾶς μᾶς κάνει ὅλους βιαστικοὺς καὶ ἀνυπόμονους, θὰ πῶ μόνο λίγα σύντομα λόγια.
Κάποιος ἄνθρωπος ξεκίνησε νὰ πάῃ πεζῇ ἀπὸ μία πόλι σὲ ἄλλη. Εἶχε βαδίσει ἀρκετὰ χιλιόμετρα στὴν δημοσία ὁδό,ὅταν σὲ κάποια καμπὴ τοῦ δρόμου, μέσ᾽ ἀπὸ μιὰ πυκνὴ λόχμη, κρυμμένοι πίσω ἀπὸ ἕνα βράχο, ξεπήδησαν μπροστά τουλῃσταί. Τοῦ φώναξαν «ἄλτ» καὶ σταμάτησε. Ἔκανε ν᾽ ἀντι σταθῇ, ἀλλ᾽ αὐτοὶ τὸν χτύπησαν, κι ἀφοῦ τοῦ πῆραν ὅ,τι εἶχε πάνω του τὸν ἄφησαν πληγωμένο ἐκεῖ χάμω.Στὴν κατάστασι ποὺ ἦταν ἤθελε βοήθεια.

Σὲ λίγο περνάει ἕνας καβάλλα σὲ ἄλογο. Ἦταν ἱερεὺς τοῦ Ὑψίστου. Ὁ τραυματίας εἶπε μέσα του· Αὐτὸς θὰ μὲ σώσῃ, ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ εἶνε… Ἀλλ᾽ αὐτός, ὅταν πλησίασε, ἔρριξε μιὰ ματιά, κέντησε τὸ ζῷο του κι ἀπομακρύνθηκε. Σὲ λίγο περνάει ἄλλος· αὐτὸς ἦταν λευΐτης, εἶχε δηλαδὴ μικρότερο ἱερατικὸ ἀξίωμα, ἦταν ἂς ποῦμε διάκονος. Ὁ τραυματίας περίμενε μήπως αὐτὸς δείξῃ συμπόνια.Ματαίως ὅμως· ἀπομακρύνθηκε κι αὐτὸς ἀδιάφορος.
Ἐν τῷ μεταξὺ ἄρχισε νὰ βραδιάζῃ. Καὶ νά τώρα φαίνεται κάποιος ἄλλος. Καθὼς ὅμως πλησιάζει, ὁ πληγωμένος τὸν διακρίνει καὶ ψιθυρίζει· Ὤχ, χάθηκα!… Κρύος ἱδρώτας τὸν ἔπιασε· αὐτὸς ποὺ ἐρχόταν ἦταν ἐχθρός, θανάσιμος ἐχθρός. Ἰουδαῖος ὁ τραυματίας,Σαμαρείτης ἐκεῖνος, καὶ μεταξὺ τῶν δύο ἐθνῶν ὑπῆρχε μῖσος ἄσπονδο. Τώρα αὐτὸς θὰ μ᾽ ἀποτελειώσῃ, μονολόγησε, θὰ μοῦ δώσῃ τὴ χαριστικὴ βολή… Ἔγινε λοιπὸν ἔτσι; Ὄχι. Ἀντιθέ τως· ὁ Σαμαρείτης σταμάτη σε, κατέβηκε ἀπὸ τὸ ἄλογο
καὶ τοῦ προσέφερε τὶς πρῶτες βοήθειες· τὸν ἔπλυνε μὲ κρασὶ καὶ τὸν ἄλειψε μὲ λάδι ποὺ εἶχε μαζί του, ἔδεσε τὶς πληγὲς μὲ προχείρους ἐπιδέσμους (ποὺ θὰ ἔκανε σχίζοντας ἴσως τὸ πουκάμισό του), μ᾽ ἕνα λόγο τὸν νοσήλευσε.
Μετὰ τὸν σήκωσε στὸν ὦμο, τὸν ἀνέβα σε στὸ ἄλογό του, ἔγινε ἀγωγιά της, καὶ τὸν ὡδήγησε σ᾿ ἕναπανδοχεῖο, σ᾿ ἕνα χάνι. Ἐκεῖ κάθησε ὅλη τὴ νύχτα στὸ προσκέφαλό του καὶ τὸν ὑπηρετοῦσε. Καὶ τὸ πρωὶ φώναξε τὸν ξενοδόχο καὶ τοῦ λέει· Περιποιήσου τον, κι ὅ,τι ξοδέψῃς, θὰ γυρίσω ἐγὼ νὰ σ᾽ τὰ πληρώσω.
Τί βλέπουμε ἐδῶ; Ἕνα τραυματία, ποὺ εἶχε ἀνάγκη ἐπειγούσης βοηθείας, κι ἀπέναντί του τρεῖς ἀνθρώπους· ἀπὸ αὐτοὺς οἱ δύο πέρασαν ἀδιάφοροι, ἐνῷ ὁ τρίτος, παρ᾽ ὅλο ὅτι ἀνῆκε στοὺς ἐ χθρούς του, ἔδειξε σπλάχνα οἰκτιρμῶν, ἐλέ η σε, βοήθησε καὶ ἔσωσε τὸν τραυματία. Ποιός εἶνε αὐτὸς ὁ«Σαμαρείτης»,ποὺ κατέβηκε ὄχι ἀπὸ τὸ ζῷο του ἀλλ᾽ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἐδῶ στὴ γῆ; Ὤ μυστήριο, ὤ θαῦμα ποὺ ὑπερβαίνει κάθε ἄλλο! εἶνε ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, «ὁ βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων καὶ κύριος τῶν κυριευόντων»(Α΄ Τιμ. 6,15). Καὶ οἱ ἄνθρωποι - οἱ Ἰ ουδαῖοι, κοντὰ στὰ ἄλλα παρωνύμια - παρατσούκλια ποὺ τοῦ ἔδωσαν, τὸν ὠνόμασαν καὶ Σαμαρείτη, γιὰ νὰ τὸν περιφρονήσουν. Ἀλλ᾽ αὐτὸς ἔσωσε τὸν ἄνθρωπο.
Κανείς μὰ κανείς ἄλλος μέσα στοὺς αἰῶνες δὲν ἀγάπησε τὸν ἄνθρωπο ὅπως ὁ Χριστός. Λέει πὼς σ᾿ ἀγαπάει ἡ γυναίκα σου – ψέματα σοῦ λέει· λένε ὅτι σ᾿ ἀγαποῦν τὰ παιδιά σου – ψέματα λένε· λένε ὅτι σ᾿ ἀγαποῦν οἱ φίλοι σου – ψέματα. Θά ᾿ρθῃ ὥρα ποὺ θὰ σ᾿ ἀφήσουν ὁλομόναχο. Ἕνας μόνο θὰ μείνῃ κοντά σου, κι αὐτὸς εἶνε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ καλὸς Σαμαρείτης, ποὺ προσφέρει τὴ βοήθειά του σὲ κάθε πονεμένο.
Πέρασαν ἀπὸ τότε ποὺ εἶπε τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Κύριος εἴκοσι αἰῶνες, ἀλλ᾽ αὐτὴ ἡ παραβολὴ παραμένει ἐπίκαιρη. Μιλάει ἔχοντας ὑπ᾽ ὄψιν του ὄχι μόνο τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἀλλὰ καὶ τὴ σημερινή. Ὅπως τότε ὑπῆρχαν δυστυχισμένοι ποὺ ζητοῦσαν βοήθεια, ἔτσι καὶ σήμερα ἀναρίθμητοι ἄν θρω ποι εἶνε κι αὐτοὶ τραυματισμένοι καὶ ζητοῦν βοήθεια. Εἶνε φτωχοί, ποὺ δὲν ἔχουν ἕ να κομμάτι ψωμί· εἶνε γυμνοί, ποὺ δὲν ἔχουν ροῦχο νὰ σκεπαστοῦν· εἶνε ἄστεγοι, ποὺ δὲν ἔ χουν καλύβα νὰ στεγαστοῦν· εἶνε χῆρες καὶ ὀρφανά, ποὺ ζητοῦν προστασία· εἶνε ἄρρωστοι, ποὺ βογγᾶνε πάνω στὰ κρεβάτια καὶ δὲν ἔχουν οὔτε γιατρὸ οὔτε φάρμακα· εἶνε νέοι ἄνεργοι, ποὺ χτυποῦν πόρτες καὶ κανείς δὲν τοὺς μισθώνει· εἶνε πρόσφυγες, ποὺ περιπλανῶνται ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ· εἶνε… Τί ζητοῦν ὅλοι αὐτοί;
«Βοήθεια!» φωνάζουν. Ἀκόμα καὶ στὴν Ἀμερική, ποὺ θεωρεῖται τὸ πλουσιώτερο κράτος,κοντὰ στοὺς οὐρανοξύστες ὑπάρχουν φτωχοὶ ποὺ στεροῦνται καὶ τὰ ἀναγκαῖα. Καὶ στὴ ῾Ρωσία, ποὺ οἱ κυβερνῆτες της κάποτε ὑποσχέθηκαν ὅτι θὰ σβήσουν τὴ δυστυχία, βλέπουμε ὅ τι κ᾽ ἐκεῖ ὑπάρχουν φτωχοί. Πεῖνα λοιπὸν στὴν Ἀμερική, πεῖνα στὴ ῾Ρωσία. Πεῖνα πρὸ παντὸς – ποῦ; Στὴν Ἀσία καὶ τὴν Ἀφρική· ἐκεῖ πεθαίνουν κάθε μέρα παιδιὰ σὰν τὶς μῦγες!
Δὲν ὑπάρχουν ἆραγε τρόφιμα; Ὑπάρχουν. Ὑπάρχουν ἀποθῆκες καὶ ψυγεῖα μὲ ἑκατομμύρια τόννους σιτάρι, γάλα, κρέατα καὶ κονσέρβες, βουνὰ ὁλόκληρα ἀπὸ βούτυρο. Καὶ ὅμως οὔτε σπυρὶ οὔτε σταγόνα δὲν προσφέρεται γιὰ τοὺς πεινασμένους τοῦ πλανήτου.
Ἄσπλαχνη κοινωνία. Προτιμοῦν νὰ τὰ κάψουν, νὰ τὰ ῥίξουν στὰ ποτάμια, ἐνῷ μποροῦν τόσο πολλὰ νὰ κάνουν. Μὴν πᾶμε ὅμως μακριά· καὶ ἡ δική μας χώρα, ποὺ ἦταν κάποτε φτωχή, σήμερα δὲν εἶνε· δόξα τῷ Θεῷ εἶνε αὐτάρκης. Τί κάνουμε λοιπόν; Οὔτε ἕνα τόννο δὲν δίνουμε· ποὺ ἔπρεπε νὰ φορτώσουμε καράβια μὲ τὴν ἑλληνικὴ σημαία καὶ νὰ πᾶμε ἐκεῖ νὰ δώσουμε τὴ μάχη ἐναντίον τῆς πείνας, τῆς φτώχειας καὶ τῆς δυστυχίας, καὶ νὰ δοξάσουν οἱ ἰθαγενεῖς τὸ Θεὸ ποὺ ἐπὶ τέλους μιὰ μικρὴ χριστιανικὴ χώρα τοὺς σπλαχνίστηκε. Ἀλλὰ τί κάνουμε· ἀνοίγουμε κ᾽ ἐμεῖς χωματερὲς καὶ θάβουμε ἐκλεκτὰ προϊόντα.
Κάποτε ὁ τόπος αὐτὸς γεννοῦσε μεγάλους εὐεργέτες. Τὸ οὐράνιο αὐτὸ εἶδος δὲ φυτρώνει πλέον στὰ βράχια μας. Κάποτε παιδιὰ τῆς Ἑλλάδος ἔφευγαν πάμπτωχα, μόνο μὲ τὴν εὐχὴ τῶν γονέων τους, πήγαιναν μακριὰ στὰ ξένα, κ᾽ ἐκεῖ μὲ σκληρὴ δουλειὰ δημιουργοῦσαν μεγάλες περιουσίες. Καὶ προτοῦ νὰ πεθάνουν, ἄφηναν ὅλα τους τὰ ὑπάρχοντα στὸ γένος.
Ἔτσι ἡ πατρίδα μας, ἰδίως ἡ Ἀθήνα, εἶνε γεμάτη ἀπὸ ἱδρύματα τέτοιων εὐεργετῶν.Ἕνας ἀπὸ αὐτούς, ὁ Γεώργιος Ἀβέρωφ, φτωχὸ παιδί, ἔφυγε ξυπόλητο ἀπὸ τὸ Μέτσοβο μὲ τὴν εὐχὴ τῆς μάνας του. Πῆγε στὴν Ἀλεξάνδρεια.
Ἐργάστηκε, κοπίασε τριάντα χρόνια κι ἀπέκτησε πλοῦτο. Καὶ τί τὸν ἔκανε; Γιὰ τὸν ἑ αυτό του δὲν κράτησε οὔτε μία λίρα· πέθανε φτωχός. Ὅλα τά ᾽δωσε γιὰ τὴν Ἑλλάδα! Καὶ μ᾽ ἐκεῖνα τὰ χρήματα ἡ μικρὴ πατρίδα μας, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἔ φτειαξε τὸ θωρηκτὸ «Ἀβέρωφ»,τὸ θρυλικὸ πολεμικὸ καράβι μὲ τὸ ὁποῖο μαντρώσαμε στὰ Δαρ δανέλλια τὸν τουρκικὸ στόλο.
Ποῦ σήμερα τέτοιοι εὐεργέτες; Στυγνοὶ ἀπέναντι στὴ δυστυχία. Σ᾿ ἕνα χωριὸ βγῆκε ὁ παπᾶς ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι σὲ ἡμέρα ἐράνου γιὰ φιλανθρωπικὸ σκοπό. Τί μάζεψε; οὔτε ἕνα χιλιά ρικο. Λυπημένος μοῦ ἀνέφερε στὸ τηλέφω νο·
Δυστυχῶς ὁ ἔρανος ἀπέτυχε. Τὸ ἴδιο ἐκεῖνο βράδυ ἦρθαν μουσικὰ συγ κροτήματα ἀπὸμακριὰ μὲ τραγουδίστριες, ἔστησαν ἐξέδρα στὸ κέντρο τοῦ χωριοῦ, καὶ τραγουδοῦσαν ἀπὸ δύσι τοῦ ἡλίου ὣς τὸ πρωί. Καὶ γέροι ἀκόμα ἀσπρομάλληδες γλεντοῦσαν καὶ ὠρ γίαζαν μαζὶ μὲ τοὺς νέους. Καὶ πόσα μάζεψαν οἱ νυχτερίδες τῆς ἡδονῆς; Ὁ παπᾶς ἕνα χιλιάρικο, αὐτὲς τριακόσες χιλιάδες. Ὦ Θεέ μου, ὅλα γιὰ τὸ διάβολο· τίποτα γιὰ τὸ Χριστό, τίποτα γιὰ τὸν πλησίον!
Θὰ μᾶς δικάσῃ ὁ Θεός. Ἡ πιὸ μεγάλη ἁμαρτία ποιά εἶνε; Εἶνε καὶ ἡ πορνεία, καὶ ἡ μοιχεία, καὶ ἡ βλασφημία· ἀλλὰ χειρότερη εἶνε ἡ ἀσπλαχνία, τὸ νὰ στέκεσαι ἀδιάφορος. Τυφλοὶ ὅσοι δὲ βλέπουν τὴ δυστυχία, κουφοὶ ὅσοι δὲ συγκινοῦνται ἀπὸ τὸν ἀνθρώπινο πόνο.
Ἂς ξερριζώσουμε, ἀδελφοί μου, ἀπ᾽ τὴν καρδιά μας τὴν ἀσπλαχνία. Ἄνθρωπος ποὺ δὲν πονάει τὸν ἄλλο δὲν εἶνε Χριστιανός. Ἡ κυριώτερη ἐντολὴ τοῦ εὐαγγελίου εἶνε ἡ ἀγάπη· εἶνε τὸ ὀξυγόνο τῆς ἀνθρωπότητος.
Αὐτὴ νὰ καλλιεργήσουμε μιμούμενοι τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν. Ἂς σκορποῦμε τὸ καλό. Ἐκεῖνο ποὺ σοῦ περισσεύει δὲν εἶνε γιὰ τσιγάρο, γιὰ οὖζο, γιὰ τόσα ἄλλα περιττὰ καὶ ἁμαρτωλά· «εἶνε τῆς χῆρας, τοῦ ὀρφανοῦ καὶ μὴν τὸ σπαταλᾶτε». Γιατὶ «τὸν ἄσπλαχνο, μὲ τοὺς ἀθέους θὰ κατακρίνῃ ὁ Χριστός».
Γι᾽ αὐτό, ὅταν γίνεται ἔρανος τῆς Ἐκκλησίας μας, νὰ σπεύδουμε πρόθυμα. Ἐκεῖ ἀξίζει νὰ σημειώνωνται τὰ ρεκόρ, καὶ ὄχι τόσο στὰ διάφορα ἀθλήματα καὶ τὶς διασκεδάσεις. Νὰ εἴμαστε πρῶτοι στὴ φιλανθρωπία, πρὸς δόξαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας˙ ἀμήν.
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Κωνσταντίνου & Ἑλένης - Ἀμυνταίου τὴν 11-11-1984