Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2014

Ο συγκλονιστικός Βίος της οσ. Ειρήνης Χρυσοβαλάντου

Η οσία Ειρήνη από την Καππαδοκία, που ασκήτευσε στη Μονή του Χρυσοβαλάντου ( 28 Ιουλίου)
Η οσία Ειρήνη ζούσε στην Καππαδοκία στους κόλπους πλούσιας και ευγενούς οικογένειας, μετά τον θάνατο του εικονομάχου αυτοκράτορα Θεοφίλου (842). Όταν η Θεοδώρα ανέλαβε την αντιβασιλεία, αναζήτησε σε όλη την Αυτοκρατορία σύζυγο για τον γιο της, τον αυτοκράτορα Μι­χαήλ Γ’ (842-867). Οι απεσταλμένοι της αυλής πρόσεξαν την ομορφιά και ευγένεια των ηθών της Ειρήνης και την έστειλαν στην Κωνσταντι­νούπολη μαζί με την αδελφή της, η οποία παντρεύτηκε αργότερα τον καίσαρα Βάρδα, αδελφό της Θεοδώρας. Στο δρόμο τους πέρασαν κοντά από το όρος Όλυμπος της Βιθυνίας και η Ειρήνη επισκέφθηκε τον άγιο Ιωαννίκιο τον Μέγα [+ 4 Νοεμ.], ο οποίος την χαιρέτησε προλέγοντας ότι θα γινόταν ηγουμένη της Μονής Χρυσοβαλάντου.
28_07_agia_eirini_xrisovalantou
Η θεία Πρόνοια εμπό­δισε το γάμο της με τον αυτοκράτορα και, με την καρδιά της ξαλαφρωμένη και γεμάτη χαρά, μοίρασε τα υπάρχοντά της και αποσύρθηκε στην Μονή Χρυσοβαλάντου, την οποία είχε ιδρύσει ο πατρίκιος Νικήτας (Νικόλαος), κοντά στην στέρνα του Άσπαρ, σε τόπο ευάερο, μακριά από τις πλατείες και τα θορυβώδη μέρη. Στη μοναχική κουρά της, η μακαρία μαζί με τις τρίχες της κεφαλής έκοψε και κάθε δεσμό που την κρατούσε στον κόσμο και δόθηκε με ζήλο στους ασκητικούς αγώνες γνω­ρίζοντας ότι στο μέτρο που εξασθενίζει το σώμα, ο έσω άνθρωπος ανα­καινίζεται και πλησιάζει το Θεό (Β΄ Κορ. 4. 16).
Έχοντας μόνο έναν χιτώνα που άλλαζε μία φορά τον χρόνο, τρεφόμενη με νερό και ψωμί, υποτασσόταν πρόθυμα και με χαρά σε ό,τι της όριζαν, αγνοώντας τις αντιρρήσεις και τους γογγυσμούς. Η διαρκής κατάνυξη χαροποιούσε την καρδιά της και έκανε το πρόσωπό της να λάμπει και σαν γόνιμη γη έφερε τους πλούσιους καρπούς των αγίων αρετών. Έβλεπε όλες τις αδελφές της σαν βασίλισσες και θεωρούσε τον εαυτό της ως θεραπαινίδα τους, προσφερόμενη στις πιο ευτελείς εργασίες για να τις διακονεί. Από το στόμα της έβγαιναν μόνον λόγια των Γραφών ή των αγίων Πατέρων, τους οποίους μελετούσε αδιάκοπα.
Ενώ ήταν λιγότερο από έναν χρόνο στο μοναστήρι, έχοντας διαβάσει με θαυμασμό το Βίο του αγίου Αρσε­νίου [+ 8 Μαΐου], ο οποίος προσευχόταν από τη δύση του ηλίου έως την αυγή, προσπάθησε να τον μιμηθεί. Και με την βοήθεια της θείας χάριτος κατάφερε σιγά-σιγά να στέκει όρθια, με υψωμένα τα χέρια σε προσ­ευχή, όλη την ημέρα και όλη την νύκτα. Αγωνιζόταν με τέτοια σοφία να δουλαγωγήσει το σώμα στην ανάταση της ψυχής της προς τον Θεό, ώστε καμιά μηχάνευση του δαίμονα δεν μπορούσε να την πλήξει. Όταν εκείνος της υπέβαλλε μνήμες από την δόξα και την ευμάρεια της ζωής που είχε εγκαταλείψει, πήγαινε να εξομολογηθεί τους λογισμούς της στην ηγουμένη της, διπλασίαζε την άσκησή της και αμέσως ελευθερωνόταν από τις αναμνήσεις αυτές.
Μετά το θάνατο της ηγουμένης, υποδείχθηκε παρά την θέλησή της ως διάδοχός της και χειροτονήθηκε από τον πατριάρχη άγιο Μεθόδιο [+ 14 Ιουν.]. Ενθυμούμενη την προφητεία του αγίου Ιωαννικίου και λογίζοντας ως καθήκον της να μην αναζητεί τα αρεστά στην ίδια αλλά τα ασθενήματα των αδυνάτων βαστάζειν (Ρωμ. 15, 1), έζησε έκτοτε ως άγγελος επίγειος, επιμηκύνοντας τις νηστείες της, προσευχόμενη όλη τη νύκτα και κάνοντας αμέτρητες μετάνοιες. Με τα μέσα αυτά προσείλκυσε την χάριν του Θεού και έλαβε τόση σοφία, ώστε να δύναται να οδηγεί πλήθος ψυχών στην οδό της Σωτηρίας. Ζητούσε από τις αδελφές να μην την θεωρούν ως ανώτερή τους, αλλά ως μία συμμονάστριά τους που είχε ορισθεί να τις υπηρετεί.
Με γλυκύτητα και υπομονή τις παραι­νούσε να πολιτεύονται στα πάντα κατά το πνεύμα του Ευαγγελίου, απο­τάσσοντας τα μάταια θέλγητρα της δόξας και της εκτίμησης των ανθρώ­πων. Αν δεν ήθελαν η αποταγή τους να είναι επιφανειακή, όφειλαν να φροντίζουν να διατηρούν όχι μόνο την αγνεία τους, αλλά και την πραό­τητα, αρετές υπεράνω της φύσης που χαρίζονται από τον Χριστό σε όσους προσεύχονται με πίστη. Ό,τι κι αν κατακτούσαν, συμβούλευε τις μαθήτριές της να το θεωρούν ως δώρο του Θεού και να τελούν αδιαλείπτως σε κατάνυξη αναπέμποντας ευχαριστίες. Απαγόρευε εξάλλου σ’ αυτές να προσεύχονται για την υγεία τους, λέγοντας ότι τίποτε δεν είναι λυσιτελέστερο για την ψυχή από την ασθένεια που γίνεται δεκτή με ευγνω­μοσύνη.
Έχοντας λάβει από άγγελο Κυρίου το προορατικό χάρισμα, η οσία ήταν σαν προφήτις του Θεού στην μονή της. Αφού αναπαυόταν για λίγο μετά την Ακολουθία του Όρθρου, καλούσε τις αδελφές και μία-μία, με τέχνη και διάκριση, τις βοηθούσε να εμφανίζονται αγνές και ανυπόκριτες ενώπιον του Θεού, αποκαλύπτοντάς τους τούς πιο κρυφούς λογισμούς τους. Γρήγορα κατέστη περιώνυμη σε όλη την Βασιλεύουσα για τις αρετές και τη σοφία με την οποία καθοδηγούσε την αδελφότητά της, ώστε κάθε είδους άνθρωποι, πλούσιοι και πτωχοί, μικροί και τρανοί, προσ­έρχονταν κοντά της για να λάβουν τις συμβουλές της και να εναποθέσουν την ελπίδα τους στις προσευχές της. Σε όλους δίδασκε την ωφέ­λεια της μετανοίας, που σε κάθε στιγμή μπορεί να καταστήσει το Θεό ευμενή έναντι ημών.
Με την στήριξη της θείας χάριτος πρόκοβε ασταμάτητα στην άσκηση και την καθαρά προσευχή. Κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, μέχρι το Πάσχα, δεν έτρωγε ψωμί, αλλά λίγα μόνα λαχανικά, μία φορά την εβδομάδα. Η ολονύκτια αγρυπνία τής είχε γίνει τόσο φυσική όσο ο ύπνος στους άλλους ανθρώπους, και περνούσε τις νύκτες της με τα χέρια υψω­μένα προς τον ουρανό, βυθισμένη σε άγιες θεωρίες. Ενίοτε έμενε στην στάση αυτή δύο ημέρες συνέχεια, ακόμη και μία ολόκληρη εβδομάδα, σε σημείο που οι μαθήτριές της χρειαζόταν στο τέλος να την βοηθήσουν να κατεβάσει τα μουδιασμένα χέρια της.
Μία νύκτα, μια μοναχή κοιτάζον­τας στην αυλή είδε την οσία Ειρήνη να προσεύχεται ανυψωμένη θαυματουργικά από το έδαφος, ενώ τα δύο πελώρια κυπαρίσσια που ορθώ­νονταν στην αυλή του μοναστηριού είχαν λυγίσει τις κορφές τους μέχρι το έδαφος· επανήλθαν δε στην θέση τους μόνο όταν σφραγίστηκαν από την οσία με το σημείο του Σταυρού. Αυτή η νυκτερινή προσευχή ήταν φοβερή για τους δαίμονες, οι οποίοι διπλασίαζαν τις επιθέσεις τους μέσα στη νύκτα.
Μία φορά ένας από αυτούς έριξε πάνω της το αναμμένο φι­τίλι μιας κανδήλας. Τα ρούχα της Ειρήνης πήραν αμέσως φωτιά. Παρέμεινε ωστόσο ατάραχη και θα είχε καεί ολόκληρη αν μία μοναχή που ξύπνησε από τη μυρωδιά της σάρκας και των ρούχων που καίγονταν δεν έμπαινε στο κελλί της ηγουμένης παραβιάζοντας την πόρτα. Μέσα στους πυκνούς καπνούς είδε την οσία στις φλόγες όρθια και απαθή να προσεύχεται. Καθώς την έσπρωξε προσπαθώντας να σβήσει τις φλόγες, η Ειρήνη χαμήλωσε τα χέρια της και της είπε επιτιμητικά: «Γιατί μου στέρησες μια τόσο μεγάλη απόλαυση με την απότομη αυτή παρέμβασή σου; Ένας άγγελος στεκόταν μπροστά μου πλέκοντάς μου ένα στεφάνι από άφθαρτα άνθη, τέτοια που δεν έχει δει ανθρώπου μάτι και ήταν έτοι­μος να με πάρει από δω, όταν εσύ τον έδιωξες». Κι όταν η μαθήτρια της ξεκόλλησε τα ράκη του υφάσματος από τη σάρκα της, θεσπέσια ευω­δία γέμισε το μοναστήρι.
Μιαν άλλη φορά ένας ναυτικός που ήλθε από την Πάτμο παρουσιάστηκε στο μοναστήρι και έδωσε στην οσία τρία υπέροχα μήλα, τα οποία ο άγιος Απόστολος Ιωάννης του είχε αναθέσει να της παραδώσει. Το πρώτο μήλο στάθηκε αρκετό να την τρέφει για σαράντα ημέρες, κατά τις οποίες το στόμα της ανέδιδε μία υπερκόσμια ευωδία· μοίρασε το δεύ­τερο στην αδελφότητα την Μεγάλη Πέμπτη και κράτησε το τρίτο ως ακριβό φυλαχτό, αρραβώνα των άφθαρτων αγαθών του Παραδείσου.
Χάρις στο προφητικό χάρισμα, η αοίδιμος Ειρήνη επιτέλεσε πλήθος άλλων θαυμάτων και προέβλεψε συγκεκριμένα τη δολοφονία του Βάρδα, την οποία ακολούθησε λίγο αργότερα εκείνη του Μιχαήλ Γ’ (867), καθώς και την ανάληψη της εξουσίας από το Βασίλειο Α’ το Μακεδόνα. Με την βοήθεια του αγίου Βασιλείου του Μεγάλου και της αγίας Αναστα­σίας της Φαρμακολυτρίας θεράπευσε δαιμονισμένους και έσωσε έναν συγ­γενή της, τον οποίο ο αυτοκράτορας είχε κατά νου να εκτελέσει ως προ­δότη, εμφανιζόμενη στον ηγεμόνα, απαστράπτουσα και πλήρης δόξης. Ο αυτοκράτορας Βασίλειος αναγνώρισε το σφάλμα του, ζήτησε συγγνώμη και έκτοτε έδειξε την ευμένειά του απέναντι στο μοναστήρι.
Η οσία Ειρήνη έφθασε σε ηλικία εκατόν τριών ετών, διατηρώντας όλη την δροσιά και την φυσική ομορφιά της, σημάδι του κάλλους της ψυχής της.  Ο Φύλακας Άγγελός της την προειδοποίησε ένα έτος πριν για τον χρόνο της τελευτής της και όταν έφθασε η ημέρα συγκέντρωσε τις αδελ­φές της, όρισε την ηγουμένη που είχε επιλέξει ο Θεός και αφού τις προέτρεψε να περιφρονούν ό,τι είναι πρόσκαιρο ώστε να ζουν τον αγαπημένο Νυμφίο τους, έκλεισε γαλήνια τα μάτια της και παρέδωσε την ψυχή της εις χείρας Θεού. Ενταφιάσθηκε στο παρεκκλήσιο του αγίου μάρτυρος Θεο­δώρου και ο τάφος της ανέδιδε διαρκώς μία ουράνια ευωδία, φανερώνον­τας σε όλους την παρρησία που είχε αποκτήσει παρά τω Θεώ, ενώ μέ­χρι τις ημέρες μας η οσία Ειρήνη δεν παύει να μεσιτεύει υπέρ εκείνων που την επικαλούνται με πίστη.
(Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας-Ιούλιος, εκδ. Ίνδικτος, σ. 318-321)

Κυριακή, 27 Ιουλίου 2014

Ἡ δύναμι τῆς προσευχῆς +Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος





«Ἐγενόμην ἐν Πνεύματι ἐν τῇ Κυριακῇ ἡμέρᾳ καὶ ἤκουσα φωνὴν ὀπίσω μου μεγάλην ὡς σάλπιγγος» (Ἀπ. 1,10)
Περίοδος Δ΄  - Ἔτος ΙΗ΄ Φλώρινα - ἀριθμ. φύλλου 7952
Κυριακὴ Ζ΄ Ματθαίου (Ματθ. 9,27-35) 27 Ἰουλίου 2014 (2001)
Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

Ἡ δύναμι τῆς προσευχῆς



Ζ
οῦμε, ἀγαπητοί μου, σὲ μιὰ ἐποχὴ ἀπιστί ας καὶ ἀθεΐας. Οἱ περισσότεροι μπορῶ νὰ πῶ δὲν πιστεύουν. Μέσα στοὺς ἑκατὸ ἀνθρώ πους, ζήτημα σήμερα ἂν ἕνας πιστεύῃ εἰλικρινὰ στὸ Θεό. Οἱ ἄλλοι εἶνε ἀδιάφοροι, ἄπιστοι καὶ ἄθεοι.
Μοῦ ἔλεγε ἔνας παπᾶς μὲ δάκρυα, ὅτι εἶνε σαράντα χρόνια σ᾿ ἕνα χωριὸ μὲ πεντακόσες ψυχές. Καλὸς παπᾶς, δὲν ἔδωσε ποτέ ἀφορμὴ σκανδάλου. Χτυπᾷ τὴν καμπάνα κάθε Κυριακή, τοὺς προσκαλεῖ, πηγαίνει στὰ σπίτια τους. Καὶ ὅμως, ἂν πᾷς στὴν ἐκκλησιά, δὲν βρίσκεις παραπάνω ἀπὸ πέντε ἄντρες καὶ δέκα γυναῖκες· καὶ πολλὲς φορὲς τὸ καλοκαίρι δὲν ὑπάρχει οὔτε παιδὶ νὰ κρατήσῃ λαμπάδα. Ποῦ εἶνε; Δὲν ἐκκλησιάζονται.
Καὶ αὐτό, κατ᾿ ἀναλογίαν, γίνεται σχεδὸν παντοῦ. Κι ὅταν ὁ παπᾶς τοὺς λέει, Γιατί δὲν ἔρχεστε στὴν ἐκκλησία; ἀπαντοῦν· Τί νὰ κάνω στὴν ἐκκλησία;… Πηγαίνει στὸ καφφενεῖο, πηγαίνει στὴν ταβέρνα, πηγαίνει στὰ γήπεδα, πηγαίνει ἐκδρομές, πηγαίνει παντ οῦ, ἀλλὰ πόδια νὰ πάῃ στὴν ἐκκλησιὰ δὲν ἔχει. Καὶ μὲ αὐθάδεια λέει, Τί νὰ κάνω στὴν ἐκκλησία;…
Ἂν ὑπάρχῃ ὅμως ἕνα μέρος ποὺ εἶνε πιὸ ἀναγκαῖο ἀπὸ ὅλα νὰ πάῃ κανείς, αὐτὸ εἶνε ὁ ναὸς τοῦ Ὑψίστου. Ἐδῶ μέσα θὰ ᾿ρθῇς· ἐ δῶ θὰ βαπτισθῇς, ἐδῶ θὰ στεφανωθῇς, ἐδῶ ὁ παπᾶς γιὰ τελευταία φορὰ θὰ πῇ «Δεῦτε τε λευταῖον ἀσπασμὸν δῶμεν, ἀδελφοί, τῷ θανόν τι…» (Ἀκολ. νεκρώσ.). Ἐδῶ εἶνε τὰ ἅγια καὶ τὰ ἱερά· ἐ δῶ εἶνε οἱ ἅγιες εἰκόνες, ἐδῶ εἶνε οἱ ἄγγελοι καὶ οἱ ἀρχάγγελοι, ἐδῶ εἶνε τὰ μυστήρια τῶν μυστηρίων, ἐδῶ ἀκούγεται τὸ Εὐαγγέλιο, τὰ πάγχρυσα λόγια τοῦ Χριστοῦ. Ἐδῶ μέσα ὅλοι μας, σὰν μιὰ οἰκογένεια, φωνάζουμε καὶ παρακαλοῦμε τὸ Θεὸ καὶ λέμε      «Κύριε, ἐλέησον».
Καὶ αὐτὸ τὸ «Κύριε, ἐλέησον», ποὺ μπορεῖ νὰ τὸ πῇ καὶ ὁ γέρος ὁ ἀσπρομάλλης καὶ ὁ ἀ -

«Ἐλέησον ἡμᾶς, υἱὲ Δαυΐδ…» (Ματθ. 9,27)

γράμματος καὶ ἀστοιχείωτος κ᾿ ἕνα μικρὸ παι δάκι ποὺ κρατάει στὴν ἀγκαλιά της ἡ μάνα, αὐ τὸ τὸ «Κύριε, ἐλέησον» κάνει θαύματα.
Ναί, θαύματα κάνει. Ποιός μᾶς τὸ λέει; Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο.
* * *
Ὁ Χριστός, ἀγαπητοί μου, πῆγε, λέει, σὲ μιὰ πόλι. Χιλιάδες κόσμος μαζεύτηκε, «πατεῖς με - πατῶ σε». Πῆγαν ἀπὸ μιὰ περιέργεια, γιὰ νὰ δοῦν ποιός εἶν᾿ αὐτὸς ποὺ κάνει θαύματα. Ἤ θελαν νὰ δοῦν τὸ Χριστό. Ἄλλοι ἀνέβηκαν σὲ στέγες, ἄλλοι στὰ δέντρα κι ὅπου ἀλλοῦ μποροῦσαν.
Ξαφνικά, μέσα στὸν κόσμο, ἀκούστηκαν φω νὲς ποὺ ἔλεγαν «Κύριε, ἐλέησον»· «Ἐλέη σον ἡμᾶς, υἱὲ Δαυΐδ»(Ματθ. 9,27).
Ποιός φωνάζει; κανένας πλούσιος; Ὁ πλού σιος πρέπει νὰ χά σῃ τὰ χρήματα, νὰ χρεωκοπήσῃ, νὰ γίνῃ ζητιάνος, καὶ τότε θὰ πῇ τὸ «Κύ ριε, ἐλέησον». Ποιός φωνάζει; κανένας δυ νατὸς ποὺ ἔχει ἀ ξιώματα; Οὔτε αὐτοὶ φωνάζουν· πρέπει νὰ πέ σουν ἀπὸ τὰ ἀξιώματά τους, καὶ τότε θὰ φωνάξουν «Κύριε, ἐλέησον». Ποιός φωνάζει; καν ένας ὑγιής, ποὺ δὲν αἰ- σθάνθηκε ποτέ του πόνο; Μπᾶ· ὅταν ἔχῃς γε ρὰ τὰ κόκκαλα καὶ τὰ πνευ μόνια καὶ τὴν καρδιά, Θεὸ δὲν ζητᾷς· ὅταν πέσῃς στὸ κρεβάτι καὶ σὲ πάρουν μέσα στὸ χειρουργεῖο καὶ εἶνε ἕτοιμο τὸ μαχαίρι τοῦ γιατροῦ νὰ σὲ κάνῃ κομμάτια, τότε φωνάζεις «Κύριε, ἐλέησον». Ποιός φωνάζει; οἱ χιλιάδες ἐκεῖνες τοῦ κόσμου, ἄντρες γυναῖκες παιδιά; Μόνο μιὰ φω νὴ ἀκούγεται σπαρακτικά. Ποιός φωνάζει; Δύο φτωχοί, δυστυχισμένοι καὶ τυφλοὶ ἄνθρωποι. Δὲν ἔβλεπαν καθόλου. Καὶ μόλις ἄκουσαν ὅτι μπαίνει ὁ Χριστὸς στὴν πόλι, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσαν νὰ δοῦν ποῦ εἶνε, ἄρχισαν μὲ τὰ στόματά τους νὰ φωνάζουν «Ἐλέησον ἡμᾶς, υἱὲ Δαυΐδ». Καὶ τὸ φώναζαν διαρκῶς.
2
Ὁ Χριστὸς βάδιζε κ᾽ ἔκανε πὼς δὲν ἀκούει. Φτάνει καὶ μπαίνει σ᾿ ἕνα σπίτι. Σταμάτησαν ἆραγε τότε οἱ τυφλοί; Ὄχι. Συνέχισαν ἀπ᾿ ἔξω, σὰν σκυλάκια, νὰ φωνάζουν· «Κύριε, ἐ λέησον». Ὁ Χριστὸς δοκίμαζε τὴν πίστι τους. Ἅμα εἶδε τὴ μεγάλη ὑπομονή τους, τοὺς λέει· «Πιστεύετε, ὅτι μπορῶ νὰ σᾶς κάνω καλά;». «Ναί, Κύριε», ἀκούστηκε μέχρι τὰ ἄστρα ἡ φωνή τους(Ματθ. 9,28).
Τότε ὁ Χριστὸς –ἂς μὴν πιστεύουν οἱ ἄπιστοι, ἐμεῖς πιστεύουμε– τί ἔκανε; Ἅπλωσε τὰ ἅγιά του χέρια ἐπάνω στὰ σβησμένα τους μάτια· κι ἀμέσως, ὅπως ἄλλοτε ἄναψε τὸν ἥλιο καὶ τὰ ἄστρα, ἔτσι τὴ στιγμὴ ἐκείνη δυὸ ζευγά ρια μάτια ἄνοιξαν, οἱ δύο ἄνθρωποι εἶδαν τὸ φῶς τους, καὶ ἔλεγαν χίλια εὐχαριστῶ. Κι ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη παντοῦ ὅπου πήγαιναν δι αλαλοῦσαν, ὅτι ὁ Χριστὸς τοὺς ἔκανε καλά.
* * *
Βλέπετε λοιπόν, ἀγαπητοί μου, τί κάνει τὸ «Κύριε, ἐλέησον»; Τὸ φώναξαν οἱ τυφλοί, τὸ ἄκουσε ὁ Χριστός, τοὺς σπλαχνίσθηκε καὶ τοὺς ἔκανε καλά.
–Μὰ ποῦ εἶνε ὁ Χριστός; θὰ μοῦ πῆτε.
Ποῦ εἶνε ὁ Χριστός; Ἐδῶ εἶνε ὁ Χριστός, μέσα στὴν ἐκκλησία! Τὴν ὥρα ποὺ ἀκούγεται τὸ εὐαγγέλιο, τὴν ὥρα ποὺ βγαίνουν τὰ ἅγια, τὴν ὥρα ποὺ κρατάει ὁ παπᾶς τὸ δισκοπότηρο, τὴν ὥρα ποὺ κοινωνᾷς, ἐκεῖ εἶνε ὁ Χριστός. Ναί, αὐτὴ εἶνε ἡ πίστις μας. Κάθε ψίχουλο καὶ κάθε σταλαγματιὰ ἀπὸ τὸ ἅγιο δισκοπότηρο εἶνε ὁ Χριστός μας. Τὸ πιστεύεις; ἔλα στὴν ἐκκλησιὰ καὶ φώναξε τὸ «Κύριε, ἐλέησον».
Στὴ θεία λειτουργία τὸ λέμε πολλὲς φορές. Ἀπὸ τὸ «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία…» μέχρι τὸ «Δι᾿ εὐχῶν…» πάνω ἀπὸ πενήντα φο ρὲς λέμε τὸ «Κύριε, ἐλέησον». Ἀλλὰ πῶς τὸ λέμε; Δὲν ὑπάρχει κατάνυξις καὶ προσοχή.
Τὸ ἔλεγαν καὶ πρὶν διακόσα χρόνια, μὰ τὴν ὥρα ποὺ τὸ ἔλεγαν ἔκλαιγαν. «Κύριε, ἐλέησον», ἔλεγε ἡ χήρα. «Κύριε, ἐλέησον», ἔλεγε τὸ ὀρφανό, «Κύριε, ἐλέησον», ἔλεγε ὁ σκλα βωμένος Ἕλληνας. «Κύριε, ἐλέησον», ἔλεγε ὁ τσομπάνος. «Κύριε, ἐλέησον», ἔλεγε ὁ χωριάτης. «Κύριε, ἐλέησον», τὸ ἔλεγαν ὅλοι. Ἀλ λὰ τὴν ὥρα ποὺ τὸ ἔλεγαν, τὸ πίστευαν ἀ κραδάντως. Τώρα δὲν πιστεύουμε.
Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια ἔφτανε τὸ «Κύριε, ἐ λέησον» νὰ κάνῃ θαῦμα. Ἔπεφτε λ.χ. ἀκρίδα στὸν κάμπο τῆς Θεσσαλίας καὶ δὲν ἔμενε τίποτε. Καὶ πήγαιναν στὰ Μετέωρα, ἔπαιρναν τὰ ἅγια λείψανα στὰ χέρια τους στὴν Καλαμ πάκα καὶ στὰ Τρίκαλα (εἶχαν ἀγάπη καὶ ὁμόνοια μεταξύ τους, νήστευαν τρεῖς μέρες, τὰ ἀντρόγυνα δὲν ἔσμιγαν), ἔκαναν λιτανεία καὶ τὰ μικρὰ παιδιὰ φώναζαν «Κύριε, ἐλέησον»· ἔ, δὲν περνοῦσε μέρα, καὶ ἕνας ἄνεμος ἔ- παιρνε τὶς ἀκρίδες, τὶς ἔρριχνε μέσα στὸ ποτάμι, στὸν Πηνειό, καὶ δὲν ἔμενε οὔτε μία. Νά τί κάνει τὸ «Κύριε, ἐλέησον», ὅταν κανεὶς πιστεύῃ πραγματικά.
Ἀλλοῦ πάλι ἔπεφτε χολέρα καὶ θέριζε τοὺς ἀνθρώπους. Ἑκατό, διακόσοι νεκροί! δὲν προλάβαιναν ν᾿ ἀνοίγουν τάφους. Καὶ πάλι νήστευαν, ἔκαναν λιτανεία μὲ τὰ ἅγια λείψανα τοῦ ὁσίου Νικάνορος καὶ ἄλλων ἁγίων, ἔ βγαιναν ἔξω στοὺς κάμπους καὶ στὰ βουνὰ παρακαλώντας τὸ Θεό, καὶ ἡ χολέρα κοβόταν μὲ τὸ μαχαίρι.
Καὶ ἀλλοῦ πάλι, ποὺ εἶχε ἀνομβρία καὶ δὲν ἔπεφτε σταλαγματιὰ καὶ ἡ γῆ ἦταν σὰν τὸ κεραμίδι, ἔβγαιναν πάλι ἔξω μὲ τὶς εἰκόνες καὶ τὰ λείψανα καὶ παρακαλοῦσαν. «Κύριε, ἐλέησον» ἔλεγαν μὲ τὴν καρδιά τους, κι ὁ οὐ- ρανὸς ἔβρεχε καὶ μούσκευε τὸ χῶμα.
Καὶ ἀλλοῦ, ποὺ γινόταν σεισμός, γονάτιζαν καὶ προσεύχονταν. «Κύριε, ἐλέησον» ἔλεγαν, καὶ σταματοῦσε ὁ σεισμός.
Δὲν εἶνε παραμύθια αὐτά· τὰ θυμοῦνται οἱ μεγαλύτεροι. Ζωντανὴ εἶνε ἡ θρησκεία μας· ἀρκεῖ μόνο νὰ ἔχουμε δυνατὴ πίστι.
* * *
Ἀκούσατε, ἀγαπητοί μου, τί δύναμι ἔχει ἡ προσευχή, τὸ «Κύριε, ἐλέησον»;
Ἐδῶ εἶνε ὁ Χριστός μας. Καὶ ὅπως ρώτησε τοὺς δύο τυφλούς, ἔτσι ρωτάει κ᾿ ἐμένα, ρωτάει κ᾿ ἐσᾶς, ρωτάει ὅλους ἀνεξαιρέτως καὶ λέει· «Πιστεύετε ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι;». Ἂς ἀπαντήσῃ ὁ λαός μας, ἂς ἀπαντήσουμε κ᾿ ἐ μεῖς. Ἂν ποῦμε μὲ τὴν καρδιά μας «Ναί, Κύριε», τότε τὰ ἄστρα θὰ κατεβοῦν στὴ γῆ. Τότε θὰ δοῦμε θαύματα μεγάλα.
Ἂς παρακαλέσουμε τὸ Χριστό μας, νὰ μᾶς δώσῃ πίστι. Πίστι, ἀδέρφια μου, χρειαζόμαστε· πίστι σὰν ἐκείνη ποὺ εἶχαν οἱ δύο τυφλοί. Νὰ μᾶς δώσῃ πίστι, ὅπως εἶχαν οἱ πρόγονοί μας. Καὶ ὅταν ἔχουμε πίστι στὴν καρδιά, τότε φτάνει ἕνα «Κύριε, ἐλέησον» γιὰ νὰ γίνῃ τὸ θαῦμα. Τότε κ᾿ ἐδῶ στὴ γῆ θὰ ζήσουμε καλὰ καὶ εὐλογημένα, καὶ ὅταν κλείσουμε τὰ μάτια στὸ μάταιο αὐτὸ κόσμο, φτερὰ ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων θὰ μᾶς πᾶνε στὰ οὐράνια σκηνώματα. Καὶ ἐκεῖ, μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους καὶ τοὺς ἀγγέλους, θὰ ὑμνοῦμε αἰωνίως τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα εἰς αἰῶ νας αἰώνων.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος


Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ναὸ Ὁσίου Ναοὺμ Ἀρμενοχωρίου - Φλωρίνης τὴν 25-7-1971. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 22-7-2001, ἐπανέκδοσις 17-6-2014.

Σάββατο, 26 Ιουλίου 2014

Λόγος εγκωμιαστικός στους Βατοπαιδινούς αγίους Ευδόκιμο και Ιωακείμ Παπουλάκη


Ο νεοφανής Άγιος Ευδόκιμος.
Ευδόκιμος, το ευωδέστατο και μυρίπνοο άνθος του πνευματικού κήπου της Μονής μας. Το ευσκιόφυλλο και γεμάτο καρπούς δένδρο, που είναι φυτευμένο «παρά τας διεξόδους των υδάτων», που καρποφόρησε στον κατάλληλο καιρό. Με την οσμή του μύρου του ευωδίασε, όχι μόνο τη μονή της μετανοίας του, αλλά και όλη την Αθωνική χερσόνησο. Τήρησε και μετά το θάνατό του τον πρώτο μακαρισμό του Κυρίου μας, μένοντας ταπεινός και αφανής.
Πότε έζησε; Με ποιούς υπεράνθρωπους άθλους και αγώνες, αυτός ο τρισμακάριστος πατέρας μας, έγινε ευάρεστος στον Θεό; Κανείς δεν γνωρίζει, εκτός από τον ίδιο και τον Θεό. Αφού έφθασε στα ύψη των αρετών και της τελειότητος, τρύγησε τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος. Η θεία Χάρις τον ειδοποίησε για το επερχόμενο τέλος της επίγειας ζωής του που ανέμενε με πόθο. Μπήκε κρυφά, χωρίς να τον αντιληφθεί κανένας από τους αδελφούς στο οστεοφυλάκιο της Μονής και κοιμήθηκε ειρηνικά ανάμεσα στους «προαπελθόντας Πατέρας» παραμένοντας άγνωστος. Πόσα χρόνια βρισκόταν το πολύπονο και αθλητικό του σκήνος μέσα στο οστεοφυλάκιο; Ούτε αυτό το γνωρίζουμε.
Όταν το έτος 1840 οι πατέρες της Μονής θέλησαν να επισκευάσουν το κοιμητήριο, ανακάλυψαν ένα λείψανο αγίου που ανέδιδε άρρητη ευωδία, η οποία εξακολουθεί και σήμερα να υπάρχει στα οστά του και την τιμία κάρα του.
Επειδή ο άγνωστος αυτός άγιος με την πολιτεία και τους ασκητικούς αγώνες του, ευδοκίμησε, ευαρέστησε δηλαδή τον Θεό και έγινε δόκιμο σκεύος της θείας Χάριτος, ονομάστηκε Ευδόκιμος. Την μνήμη του τιμούμε στις 5 Οκτωβρίου.
 iwakpap2
Ο Όσιος Ιωακείμ ο Παπουλάκης
Πρόσφατα το Οικουμενικό Πατριαρχείο κατέταξε στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας τον όσιον Ιωακείμ τον Ιθακήσιο, τον επονομαζόμενο Παπουλάκη.
Γεννήθηκε το 1786 στην Ιθάκη από ευσεβείς γονείς. Στην παιδική του ηλικία έχασε τη μητέρα του. Ο πατέρας του, που ήταν πλοίαρχος, νυμφεύτηκε για δεύτερη φορά μια γυναίκα, που μισούσε τον αθώο Ιωάννη. Αυτό ήταν το κοσμικό του όνομα.
Ο μικρός Ιωάννης έγινε ναυτόπουλο σε ξένο πλοίο ταξιδεύοντας σε διάφορους προορισμούς. Κάποτε το καράβι του έφθασε στο λιμάνι της Μονής Βατοπαιδίου. Ο Ιωάννης επισκέφθηκε τη Μονή και προσκύνησε τα ιερά κειμήλια. Τόσο επηρεάσθηκε από τα όσα είδε και έζησε, ώστε παρουσιάστηκε στον ηγούμενο και τον παρακάλεσε να τον κρατήσει για να γίνει μοναχός. Έγινε δόκιμος και μετά μοναχός παίρνοντας το όνομα Ιωακείμ. Ο Ηγούμενος εκτιμώντας τα προσόντα του τον όρισε σύμβουλο, οικονόμο και διαχειριστή της Μονής μέχρι την μεγάλη Ελληνική επανάσταση του 1821, οπότε εστάλη στη Πελοπόννησο για να στηρίξει τους αγωνιζόμενους εναντίον των Τούρκων.
Όταν τελείωσε ο πόλεμος, ο πατήρ Ιωακείμ δεν γύρισε στη Μονή, αλλά αποσύρθηκε σ’ ένα ησυχαστήριο στο φαράγγι της Γούβας στην Ιθάκη. Μετά μετακινήθηκε στο Βαθύ. Σύντομα ο «Παπουλάκης», όπως τον αποκαλούσαν, έγινε το κέντρο παρηγοριάς και του στηριγμού του λαού. Οι Ιθακήσιοι τον αποδέχονταν ως άγιο, γιατί έκανε θαύματα ενώ ζούσε.
Φτωχός και απέριττος κοιμήθηκε στις 2 Μαρτίου του 1867 και τάφηκε σύμφωνα με την επιθυμία του πίσω από το ιερό Βήμα του αγαπημένου του ναού, της αγίας Βαρβάρας. Μέρος του τιμίου λειψάνου του μεταφέρθηκε στη Μονή μας από αντιπροσωπεία της, που συνήργησε με τον Μητροπολίτη Λευκάδος κ. Νικηφόρο στην ανακομιδή του. Ο λαός της Ιθάκης διηγείται με ευλάβεια τα θαύματα που επιτέλεσε και επιτελεί μέχρι και σήμερα ο Άγιος Ιωακείμ.

Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

Οἱ Χριστιανοί ὀφείλουν νά μήν ἐπιδίδωνται σέ κοσμικές φροντίδες

Οἱ Χριστιανοί ὀφείλουν νά μήν ἐπιδίδωνται σέ κοσμικές φροντίδες
Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

Οἱ Χριστιανοί ὀφείλουν νά μήν ἐπιδίδωνται σέ κοσμικές φροντίδες καί φαγητά καί ποτά, οὒτε νά ἀμελοῦν καί νά κοιμοῦνται, ἀλλά ὀφείλουν νά εἶναι πάντα ξυπνητοί καί ἓτοιμοι, προσμένοντας τήν ὣρα τοῦ θανάτου καί τῆς κρίσεως τοῦ Θεοῦ.
Ἂς εἶσθε ἓτοιμοι, ὦ μαθητές μου, διότι δέν γνωρίζετε ποιά ὣρα πρόκειται νά ἒλθη ὁ Κύριός σας. Ξέρετε ὃτι, ἂν ὁ νοικοκύρης γνώριζε ποιά ὣρα τῆς νύκτας ἒρχεται ὁ κλέφτης θά καθόταν ξυπνητός καί δέν θά ἂφηνε τόν κλέφτη νά σκάψη τό σπίτι του καί νά μπῆ μέσα. Γι’ αὐτό καί σεῖς νά εἶσθε ἓτοιμοι πάντοτε καθώς τἠν ὣρα πού δέν προσμένετε, ἒρχεται ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή ἐγώ [Ματθ. 24, 42-44]. 
Σέ ὃλους σας λέω, νά εἶσθε σέ ἓτοιμότητα [Μάρκ 13,3]. Άγρυπνῆτε καί προσεύχεσθε, γιά νά μήν μπῆτε σέ πειρασμό. Τὀ πνεῦμα καί ἡ ψυχή σας εἶναι πρόθυμη, ἀλλά ἡ σάρκα καί τό κορμί εἶναι ἀσθενές καί ἀδύνατο [Μάρκ. 14, 38]. Ἂς εἶναι ἡ μέση σας περιζωσμένη, δηλαδή ἂς εἶσθε ἓτοιμοι καί τά λυχνάρια σας ἂς καῖνε, δηλαδή ὁ νοῦς σας καί ἡ καρδιά σας ἂς εἶναι ἂγρυπνα καί γίνετε ὃμοιοι μέ ἐκείνους τούς δούλους, πού περιμένουν τούς ἀφέντες τους πότε νά γυρίσουν ἀπό τούς γάμους, ὣστε ὃταν ἒλθη ὁ ἀφέντης τους καί κτυπήση τήν πόρτα, ἀμέσως νά τοῦ ἀνοίξουν νά μπῆ. Καλότυχοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ δούλοι, τούς ὁποίους, ὃταν ἒλθη ὁ ἀφέντης τους, θά τούς βρῆ ξυπνητούς [Λουκ. 12,35-37]. Προσέχετε τόν ἑαυτό σας, βαρυπλακωθῆ ἡ καρδιά σας καί ὁ νοὒς σας ἀπό τή μέθη καί τίς βιοτικές φροντίδες καί ξαφνικά ἒλθη σ’ ἐσᾶς ἡ ἡμέρα ἐκείνη τῆς κρίσεως. Διότι σάν παγίδα καί μαγγανία θά πιάση αἰφνιδιαστικά ὃλους τούς ἀνθρώπους πού κατοικοῦν πάνω στή γῆ. Άγρυπνεῖτε λοιπὀν πάντοτε παρακαλεῖτε τόν θεόν νά γλυτώσετε ἀπό ὃλα αὐτά τά φοβερά, πού θά γίνουν τότε καί νά παρασταθῆτε μπροστά στόν Υἱό τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή μπροστά σέ ἐμένα [Λουκ. 21.34-36]. Τώρα εἶναι ἡ ὣρα νά σηκωθοῦμε ἀπό τόν ὓπνο τῆς ἀμέλειας, ἀδελφοί. Ἐπειδή τώρα εἶναι πιό κοντἀ σ’ ἐμᾶς ἡ σωτηρία, παρά τότε πού πιστέψαμε. Ἡ νύκτα τῆς παρούσας ζωῆς κοντεύει νά περάση, ἡ μέρα τῆς κρίσεως κοντεύει νά ἒλθη [Ρωμ. 13,11]. Σήκω ἀπό τόν ὓπνο, Χριστιανέ, ἐσύ πού κοιμᾶσαι καἰ ἀναστήσου ἀπό τούς νεκρούς καί θά σέ φωτίση ὁ Χριστός, πού εἶναι ὁ νοητός ἣλιος [Ἐφεσ. 5,14]. Ἄς μήν κοιμώμαστε λοιπόν ὁπως οἱ ἀλλοι, ἀλλά ἂς ἀγρυπνοῦμε καί ἂς εἲμαστε προσεκτικοί. Διότι ἐκεῖνοι πού κοιμοῦνται, τή νύχτα κοιμοῦνται, καί ἐκεῖνοι πού μεθοῦν, τή νύχτα μεθοῦν. Ἐμεῖς ὃμως οἱ Χριστιανοί μέ τό νά εἲμαστε τέκνα τῆς ἡμέρας καί τοῦ φωτός ἂς εἲμαστε ἂγρυπνοι καί προσεκτικοί [Α’ Θεσσαλ. 5,6-8]. Μή σβήνεται μέ τήν ἀμέλεια τό πνεῦμα, δηλ. τό πνευματικό χάρισμα πού ἒχετε [Α΄ Θεσσαλ. 5,19]. Νά γίνεσθε ἐπιμελεῖς κατά τήν προθυμία καί τήν φροντίδα, ζεστοί κατά τό πνεῦμα καί ὑπηρετῶντας τόν Κύριο [Ρωμ. 12,11]. Ζήσατε μέ ἀπολαύσεις στήν γῆ καί σπαταλήσατε καί θρέψατε τά σώματά σας, σάν τά ζῶα, πού τρέφουν οἱ ἂνθρωποι, μέ σκοπό νά τά σφάξουν [Ἰακ.5,5]. Νά ἒχετε προσοχή καί νά ἀγρυπνῆτε, διὀτι ὁ ἐχθρός σας διάβολος, περπατεῖ σάν θυμωμένο λιοντάρι καί ζητεῖ νά καταβροχθίση κάποιον άπό ἐσᾶς, πού ἀντιστέκεσθε στέρεοι μέ τήν πίστι [Α΄ Πἐτρ. 5,8] Νά γίνης ἂγρυπνος... διότι ἂν δέν άγρυπνῆς θά ἒλθω ἐναντίον σου [Άποκ. 3,2].

Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, Χριστοήθεια τῶν Χριστιανῶν

ΠΗΓΗ:εδώ το είδαμε εδώ

Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ


   

"Η Γιαγιά της Ορθοδοξίας"
Παλαιά και Καινή Διαθήκη, ενωμένη & αγιο-
γραφημένη, στην Ι.Μ Παναγίας Σεϊδανάγιας
(το μοναστήρι της Αγίας Άννας)
στα Ιεροσόλυμα.
    Η Αγία Άννα, όπως όλοι γνωρίζουμε, είναι η μητέρα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Κατάγεται από γένος επίσημο και μάλιστα από ιερατική γενιά. Είναι κόρη του ιερέα Ματθάν και της γυναίκας του, επίσης Αγίας, της προμήτορος (γιαγιάς) της Παναγίας μας, Μαρίας. 
        Η ενάρετη Άννα παντρεύτηκε στην Γαλιλαία τον Θεοσεβή Ιωακείμ. Δεν απέκτησε παιδιά, εθεωρείτο μάλιστα στείρα, και ήταν ήδη προχωρημένης ηλικίας, όταν τελικά απέκτησαν θαυματουργικά την Παναγία Κόρη τους και Θεοτόκο Μαριάμ. 
         Οι Άγιοι Ιωακείμ και Άννα 
κοσμούνται από πολλές αρετές. Είναι γεμάτοι από καλοσύνη, πραότητα, αγάπη και υπομονή. Ζουν την ζωή τους με ευλάβεια και φόβο Θεού.
         Τηρούν τον νόμο. Έχουν ταπείνωση, σωφροσύνη, αγιότητα ζωής. Πιστεύουν στο Θεό με θέρμη και προσεύχονται. Προσεύχονται ολόψυχα. Και γι’ αυτό αξιώνονται να γίνουν Πρόγονοι του Βασιλέως των βασιλευόντων Χριστού, του Δημιουργού του ουρανού και της γης, της Σωτηρίας όλων των ανθρώπων από την αμαρτία.
Η Εφέστιος Εικόνα του Ιερού Ναού μας.
   Αλλά εμείς ας τους γνωρίσουμε από την αρχή, μέσα από την ιστοσελίδα του Ιερού Ναού μας, των Αγίων Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, των Ανθοκήπων της Νέας Ευκαρπίας, εδώ στην δυτική Θεσσαλονίκη, τον μοναδικό ενοριακό ναό σε όλον τον κόσμο, μια εκκλησιά που τώρα χτίζεται με την βοήθεια του Θεού και των Αγίων μας, μα και με την αγάπη όλων σας, και που είναι αφιερωμένος στους δύο αυτούς σπουδαίους Θεοπροπάτορες Αγίους μας, αλλά είναι και ένα καταφύγιο των νέων ζευγαριών που δυσκολεύονται να τεκνοποιήσουν και προστρέχουν προσευχητικά στην χάρη τους για να πρεσβεύσουν μαζί με την Παναγία Κόρη τους στον εγγονό τους Χριστό, για να τους λύσει τα δεσμά της ατεκνίας και να τους χαρίσει το πολυπόθητο Θείο Δώρο της παιδιποιΐας, να τους χαρίσει ένα παιδί, όπως ακριβώς έκανε και ο Θεός στους ίδιους και τους χάρισε την Παναγία και Θεοτόκο Μαρία.
    Ας δούμε μαζί με τους αναγνώστες μας την ζωή τους και ας παραδειγματιστούμε από την υπομονή και την τεράστια πίστη τους στον Θεό. Εξάλλου από που αλλού θα μπορούσαμε να αντλήσουμε περισσότερες πληροφορίες για αυτό το ευλογημένο ζευγάρι, για το πιο ενάρετο ζευγάρι της εποχής εκείνης, το επιλεγμένο από τον Θεό ζευγάρι για να κυοφορήσει την Μητέρα του Υιού Του και εν τέλει την Σωτηρία του κόσμου, αν όχι από την ίδια την πηγή των πληροφοριών, από την Ενορία μας και την εκκλησία τους, που τους έχει για προστάτες της, αυτούς τους Αγίους και Δικαίους όπως τους ονομάζει η Εκκλησία μας, του Θεοπροπάτορος Ιωακείμ και της Θεοπρομήτορος Άννας. 

Η ατεκνία της Αγίας Άννας.
Η Θαυματουργή Εικόνα
στην Σκήτη της Αγίας Άννας,
στο Άγιο Όρος.
    Στη ζωή της Άγιας Άννας υπήρχε και ένα μελαγχολικό σύννεφο. Υπήρχε μια πίκρα διότι έμεινε στείρα. Ο Θεός, είχε δώσει στην ενάρετη ζωή της, για δοκιμασία, την στέρηση της μητρότητας. 
      Μοιράζει ο Θεός τα χαρίσματά Του. Και στον καθένα μαζί με τα προσόντα, που τον προικίζει του δίνει και κάποιο μειονέκτημα για να τον συγκρατεί. Έτσι λοιπόν και η ενάρετη Άννα έχει έντονη τη θλίψη της, γιατί δεν μπορεί να αποκτήσει ένα παιδί.
     Τον καιρό εκείνο, αλλά και στις μέρες μας καμιά φορά, στην σημερινή πολιτισμένη κατά τα άλλα κοινωνία  του 21ου αιώνα, η ατεκνία είχε φοβερές κοινωνικές συνέπειες και προεκτάσεις. Το άτεκνο ζευγάρι, ο άτεκνος άνδρας μα περισσότερο η άτεκνη γυναίκα, εθεωρείτο από το σύνολο της κοινωνίας αμαρτωλό και έτσι ήταν πάντοτε περιφρονημένο και ντροπιασμένο από τον Θεό όπως αυτοί νόμιζαν, τελικά όμως  από τους ίδιους τους ανθρώπους. Κανένας δεν έτρωγε ψωμί μ’ αυτόν που δεν είχε παιδί. Όταν πήγαινε στην Εκκλησία καθόταν τελευταίος και αν έκανε θυσία ή έδινε προσφορά στον ναό, συνηθιζόταν να την δίνει τελευταίος στον Ιερέα. 
Η Αγ. Άννα με την τρίχρονη Παναγία Κόρη της.
Έργο της Αδελφότητος των Αναναίων, 
στην Ι.Κ Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού 
στην Σκήτη της Αγίας Άννας 
στο Άγιον Όρος.
   Έτσι και το θεάρεστο ζευγάρι μας, παρά το γεγονός ότι ήταν από ευγενή και πλούσια οικογένεια, είχε την κατακραυγή του κόσμου που δεν συναναστρέφονταν μαζί τους επειδή τους θεωρούσαν μιάσματα, ανθρώπους αμαρτωλούς και τιμωρημένους από τον Θεό με ποινή την ατεκνία τους. (Ήταν σκληρός λαός ο Ισραηλητικός και τότε αλλά και σήμερα, ήθελαν την εβραϊκή φυλή πάντα να ξεχωρίζει, να πρωτεύει να επεκτείνεται και να πληθαίνει, εγωϊστικά ήθελε την κυριαρχία και την εξουσία στους γύρω λαούς, τους γειτονικούς, επιζητούσε τότε μα ακόμα και τώρα έναν επίγειο ηγέτη που θα τους οδηγήσει στην κυριαρχία του κόσμου όπως τους το έταξε ο Θεός, μη μπορώντας όμως από την αναλγησία τους να καταλάβουν για ποιόν κόσμο τους προόριζε και έτσι όταν τους έστειλε τον ίδιο τον Υιό του για να τους κάνει ηγέτες της επουράνιας παντοκρατορίας Του, αυτοί απογοητευμένοι από την διδασκαλία Του, τον έβγαλαν από την ιστορία τους και από την ζωή τους, τον ξερίζωσαν από την καρδιά τους, τον θανάτωσαν με τον χειρότερο τρόπο, τον σταύρωσαν και τώρα ακόμα περιμένουν τον Μεσσία τους που θα τους κάνει κυρίαρχους του επίγειου κόσμου, μια κυριαρχία που αιώνες τώρα την ονειρεύονται και την επιζητούν γιαυτό και θεωρώ πως είναι ένας λαός  του οποίου οι ηγέτες του, πιθανότατα στο μέλλον μπορεί να δημιουργήσουν μεγάλα προβλήματα στην ανθρωπότητα με την επικίνδυνη πολιτική, αλλά και τον έντονο επεκτατισμό τους)
      Πως μπορούσαν όμως να φανταστούν όλοι αυτοί οι σκληρόκαρδοι άνθρωποι που τους λιδορούσαν για την ατεκνία τους, πως θα μπορούσαν να φανταστούν την συνέχεια και το τελικό σχέδιο του Θεού γιαυτό το κατά τα άλλα περιθωριακό ζευγάρι της εποχής εκείνης; Πως θα ήταν δυνατόν να αντιληφθούν πως η συνεχής προσευχή και η πίστη του Ιωακείμ και της Άννας θα τους έκαναν σκεύος εκλογής για την Σωτηρία του κόσμου, μέρος σημαντικό και της Παλαιάς, μα τώρα πια και της Καινής Διαθήκης, αφού θα έφερναν στον κόσμο την αρχή των πάντων, την Θεοτόκο σε δεκαπέντε περίπου χρόνια από την στιγμή της Γέννησης της, την ακτινοβόλο και Παρθένο Μαρία, την Αγία Μητέρα του Χριστού και ιδρυτή της Εκκλησίας μας; 

Η προσευχή της Αγίας Άννας
Η προσευχή των Θεοπατόρων,
της Αγίας Άννας & του Αγίου Ιωακείμ.
      Ζητάει η Αγία Άννα στην προσευχή της, να επιβλέψει ο Θεός στην ταπείνωση της και να της δώσει παιδί. Ένα παιδί ζητάει από το Θεό. ένα παιδί Θείο Δώρο, που θα απάλλασσε και αυτήν αλλά και τον σύζυγο της Ιωακείμ από την ντροπή της ατεκνίας τους και από τον σπίλο της αμαρτίας. 
Και αυτό το παιδί-δώρο δεν το θέλει για δικό της. Υπόσχεται και λέγει στον Δωρητή Θεό:
«Θά τό ἀφιερώσω Κύριε σέ Σένα».
      Ας δούμε όμως με τί λόγια προσεύχεται, πως απευθύνει η Αγία Άννα την παράκληση της στο Θεό:
«Κύριε Παντοκράτορα, καί Μεγαλοδύναμε, πού μόνο μέ τό λόγο ἔκανες τόν οὐρανό καί τή γῆ καί ὅσα φαίνονται καί εἶναι γύρω μας, πού λύτρωσες, τούς πατέρες μας ἀπό τά χέρια τοῦ Φαραώ, πού μέ τό πρόσταγμά Σου σχίσθηκε ἡ θάλασσα καί πέσανε μέσα οἱ Αἰγύπτιοι. Ἐσύ Θεέ, πού τούς ἔτρεφες σαράντα χρόνια στήν ἔρημο. Ἐσύ, πού εὐλόγησες τή Σάρρα,τή γυναίκα τοῦ Ἀβραάμ καί γέννησε τόν Ἰσαάκ στά γεράματά της. Ἐσύ πού χαρίτωσες ἐκείνη τήν Ἄννα τήν ὁμοία μου καί γέννησε τόν Σαμουήλ τόν προφήτη. Ἐσύ δῶσε καί σέ μένα τήν ταπεινή Σου δούλη παιδί, καί μή μέ ἀφήσης νά εἶμαι ντροπιασμένη καί ταπεινωμένη ἀπό ὅλο μου τό γένος. Κύριε, ὁ Θεός μου, τάχα καί σάν ἕνα ἀπό τά θηρία δέν εἶμαι καί ἐγώ; Διατί μέ ὠργίστηκες τόσο καί εἶμαι στείρα; Ἐσύ, πού εὐλόγησες τά ποιήματά σου καί εἶπες: Αὐξάνεσθε καί πληθύνεσθε, δῶσε καί σέ μένα σπέρμα καί καρπό κοιλίας, καί ἄν γεννήσω εἴτε ἀρσενικό εἴτε θηλυκό, νά Σού τό χαρίσω μέ ὅλη μου τή χαρά καί νά τό φέρω στό Ναό Σου νά τό ἀφιερώσω».

     Ο Άγιος Ιωακείμ, με ανάλογες προσευχές μα διαφορετικά λόγια, έκλαιγε και αυτός
   όπως και η γυναίκα του και παρακαλούσε το Θεό, να τους κάνει άξιους της γενναιοδωρίας Του και να τους χαρίσει το Θείο Δώρο της παιδοποιίας.



Ο Θεός απαντάει στις προσευχές 
του Ιωακείμ και της Άννας.


Η Σύλληψις της Θεοτόκου
 από την Αγία Άννα.
       Ο Θεός που αγαπάει το πλάσμα Του, είδε τα δάκρυα και τους αναστεναγμούς τους, απάντησε στις θερμές προσευχές τους. Και πως έγινε τούτο; Έστειλε τον Αρχάγγελο Γαβριήλ στον Ιωακείμ που ήταν στο βουνό και του λέγει:
«Χαῖρε Ἰωακείμ, καί εὐφραίνου, ἐγώ εἶμαι Ἀρχάγγελος Κυρίου καί ἦλθα νά σού πῶ, ὅτι πρόκειται νά γεννήσεις μία θυγατέρα, πού θά γεννήσει ἀπό τήν παρθενία τῆς τόν Βασιλιά τοῦ κόσμου καί Θεό. Ἄφησε λοιπόν τήν πολλή σου λύπη καί πικρία τῆς ψυχῆς σου καί πήγαινε στό σπίτι σου χαρούμενος. Φτάνουν οἱ τόσο πολλοί κόποι καί ἀναστεναγμοί. Ἄκουσε ό 
Θεός τή δέησή σου. Μόνο πήγαινε, πιστεύοντας στούς λόγους μου καί δόξαζε τό Θεό.»
 
       Αυτά είπε ο Αρχάγγελος στον Ιωακείμ και έφυγε αμέσως και πήγε στην Άννα και της είπε τα εξής:
«Ἄννα, Ἄννα, ἐπήκουσε Κύριος της δεήσεώς σου καί συλλήψει καί γεννήσεις, καί λαληθήσεται τό σπέρμα σου ἐν ὅλη τή οἰκουμένη». Καί εἶπεν Ἄννα, «ζῆ Κύριος ὁ Θεός μου, ἐάν γεννήσω εἴτε ἄρρεν, εἴτε θῆλυ, προσάξω αὐτό δῶρον Κυρίω τῷ Θεῶ μου καί ἔσται λειτουργῶν αὐτῶ πάσας τάς ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτοῦ».
Η Γέννησις της Θεοτόκου
από την Αγία Άννα.
       Ο Ιωακείμ σαν άκουσε τα λόγια και τα μηνύματα του αρχαγγέλου Γαβριήλ, πήγε χαρούμενος στο σπίτι του. Εκεί βρήκε τη γυναίκα του την Άννα που ήταν και αυτή χαρούμενη από τα λόγια του Αρχαγγέλου. 
       Εκείνη λοιπόν τη νύχτα, συνέλαβε η άγια Άννα τη Δέσποινα Θεοτόκο από τη σπορά του Ιωακείμ, γιατί μόνο ο Χριστός ασπόρως εκυήθη, γεννήθηκε χωρίς σπορά ανδρός.     
       Επηκολούθησαν ευτυχείς ημέρες απερίγραπτης χαράς για τους ευσεβείς και Δικαίους Ιωακείμ και Άννα. 
       Και τότε συνεχίσθηκαν οι προσευχές, προσευχές ευχαριστίας πια με δάκρυα χαράς και ευγνωμοσύνης στο Θεό, και δεν ξεχάστηκαν μέσα στην πελώρια χαρά τους , δεν χάθηκαν μέσα στην ευτυχία της μητρότητας και της πατρότητας, δεν τους συνεπήρε ο ενθουσιασμός τους, μα εξακολούθησαν και μάλιστα με μεγαλύτερο σθένος να ευγνωμονούν τον Θεό για όλα τα αγαθά που τους χάρισε. Ποιος αλήθεια μπορεί να περιγράψει τη ευτυχία τους εκείνη, που επακολούθησε;
     Έπειτα όταν πέρασε ο προβλεπόμενος χρόνος η χαρά τους έγινε πιο χειροπιαστή. Η ευσεβής Άννα γέννησε μετά από 9 μήνες ένα χαριτωμένο και όμορφο κοριτσάκι.

        Το όνομα του παιδιού 
     και η σημασία του.
Τα πρώτα επτά βήματα της Παναγίας &
το ρίξιμο στην αγκαλιά της Αγίας μητέρας της, Άννας. 
     Στις οχτώ μέρες, ήταν συνήθεια στους Εβραίους, οι γονείς του παιδιού να καλούν τους ιερείς, να τους φιλεύουν και να βάζουν το όνομα του παιδιού. (μια συνήθεια που υπάρχει και στις μέρες μας όπου ο ιερέας καλείτε στο σπίτι, συνήθως την όγδοη ημέρα μετά την γέννηση του παιδιού, για να διαβάσει την ευχή της πρώτης ημέρας αλλά και την ευχή της ονοματοδοσίας του βρέφους αν οι γονείς έχουν αποφασίσει) 
        Σύμφωνα με τη συνήθεια λοιπόν αυτή, ο Άγιος Ιωακείμ και η Αγία Άννα καλέσανε τους ιερείς στο σπίτι τους, τους φιλέψανε ότι καλύτερο είχαν, για να ευχηθούν και για να βάλουν το όνομα τής θυγατέρας τους. 
Την ονομάσανε "Μαριάμ".
        Το όνομα Μαριάμ σημαίνει Βασίλισσα. Σημαίνει επίσης, δώρο, ελπίδα, κυρία, Ωραία. Ήταν η πιο άγια γυναίκα, Άφθαρτη και Αμόλυντη και γι’ αυτό λέγεται Παναγία.   
          Αναλυτικά όμως, σύμφωνα με μίαν άλλη ερμηνεία κάθε γράμμα του ονόματος της αντιστοιχεί στις λέξεις:

Μόνη Αύτη Ρύσεται Ιού Άπαντας Μισοκάλου

Δηλαδή: Μόνη αυτή θα γλυτώσει τους ανθρώπους από το φαρμάκι του Διαβόλου, δηλαδή την αμαρτία.

Το τάμα της Αγίας Άννας.
Το ταχτάρισμα της Παναγίας
από τους Δικαίους γονείς της και Θεοπροπάτορες,
Ιωαμείμ και Άννα.
      Επί τρία ολόκληρα χρόνια χάρηκαν οι ευλαβείς και δίκαιοι γονείς την μικρή χαριτωμένη κόρη τους, έχοντάς την ανάμεσα τους και υμνολογώντας ευχαριστίες στο Θεό.
       Μόλις περάσανε τα τρία χρόνια, θυμήθηκαν οι γονείς της αυτό που τάξανε στο Θεό.
      Να χαρίσουν δηλαδή τη θυγατέρα τους στην Εκκλησία. Αληθινά, ήταν πολύ μεγάλη η πίστη της  Άννας, για να χωριστεί από τη θυγατέρα της, που ήταν μόλις τριών χρόνων.    
       Για να χωριστεί από κείνη, που ζήτησε με πολλά δάκρυα και πολλές προσευχές από το Θεό. Προτίμησε όμως η Αγία Άννα να τηρήσει την υπόσχεση της στο Θεό και να δώσει αυτό που έταξε, από τη διαδοχή του γένους της. Είπε λοιπόν:
όνο να γίνει αυτό που έταξα στο Θεό και ας μείνω χωρίς κληρονόμο, και ας μείνουν τα υπάρχοντα μου σε χέρια άλλων".
         Μαζέψανε οι Άγιοι Ιωακείμ και Άννα τις παρθένους της γειτονιάς, για να πάνε με λαμπάδες την χαριτωμένη κόρη τους στο Ναό. 
        Τον καιρό εκείνο, ήταν αρχιερέας ο Ζαχαρίας, ο Προφήτης και πατέρας του Προδρόμου. Αυτός μόλις είδε την Παναγία, τη γνώρισε αμέσως. Στάθηκε και της είπε πολλά εγκώμια. Μετά γύρισε και στους γονείς της και τους είπε:
Τα Εισόδια της Παναγίας
 & η εκπλήρωσις του τάματος της Αγίας Άννας στον Θεό.
«Εὐλογημένο καί χαριτωμένο ἀντρόγυνο, χαίρεσθε καί ἀγαλλιάσθε, γιατί ἀξιωθήκατε νά γίνετε γονεῖς τέτοιας θυγατέρας. Ἐσεῖς ξεπεράσατε τούς προπάτορές μας καί τούς πατέρες 
μας. Ἐσεῖς γεννήσατε τήν Βασίλισσα τοῦ κόσμου. Ἐσεῖς θά δοξασθῆτε ἀπό τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους».
 
Τότε η Αγία Άννα είπε στον Αρχιερέα:
«Πάρε Ἀρχιερέα, τή θυγατέρα μου. Μᾶλλον τή θυγατέρα τοῦ Θεοῦ. Δέξου τήν καθαρή καί ἀμόλυντη καί ὑψηλότερη τῶν οὐρανῶν. Βάλτην μέσα στό Ναό γιατί ἐκεῖ της ἀξίζει νά 
κατοικῆ. Ἁγία εἶναι, σέ καθαρό τόπο τοποθέτησε τήν στά χέρια τοῦ Θεοῦ παράδωσε τήν σέ τόπο ἅγιο βάλτην ν’ ἁγιάση. Πάρε, Ζαχαρία, τήν κόρη μου, καί ἀφιέρωσε την στό Ναό...
γ ι α τ ί    ἔ τ σ ι  τ ή ν  τ ά ξ α μ ε».

Η Κοίμησις της Άγιας Άννης.
Η Κοίμησις της Αγίας Άννας,
ένδεκα χρόνια μετά την Γέννηση της Παναγίας. 

       Η Αγία Άννα αφού γέννησε την Θεοτόκο Μαρία, την απογαλάκτισε και την αφιέρωσε στο Ναό σαν καθαρό και άμωμο δώρο. 
(Εδώ με μια παρένθεση θα ήθελα να σημειώσω και να υπογραμμίσω ιδιαιτέρως στην αγάπη σας το σθένος και την πίστη που χρειάζονται από μια μάνα, όχι όμως μια οποιαδήποτε μάνα, που επί πολλά χρόνια παρακαλούσε τον Θεό για ένα παιδί, να θελήσει εκπληρώνει το τάμα της και να το προσφέρει πίσω σε Αυτόν. Κάποιος που δεν μπορεί να καταλάβει την πίστη της Αγίας Άννας στον Θεό, ίσως να την χαρακτήριζε άκαρδη και άπονη μητέρα και δεν θα μπορούσε με κανένα τρόπο να κατανοήσει την αναγκαιότητα της εκπλήρωσης του τάματος της στον Θεό που ποτέ δεν το ξέχασε.)
Κατόπιν πέρασε τη ζωή της η Αγία Άννα με νηστείες, προσευχές και ελεημοσύνες προς τους φτωχούς και στο τέλος παρέδωσε την Αγία της ψυχή στα χέρια του Κυρίου ειρηνικά.
     Η παράδοση, αναφέρει ότι η Θεοπρομήτωρ Άννα, όταν κοιμήθηκε εν Κυρίω, ήταν 69 χρόνων και ο Ιωακείμ 80 χρόνων. Ποιος από τους δύο, πέθανε πρώτος δεν αναφέρεται. Αναφέρεται μόνο ότι, όταν η Θεοτόκος ήταν έντεκα χρόνων έμεινε ορφανή και από τους δύο γονείς της. Κατά πάσα πιθανότητα όμως πρώτος εκοιμήθη ο Άγιος Ιωακείμ και μερικούς μήνες αργότερα ακολούθησε και η Αγία Άννα, χωρίς αυτό να έχει ιδιαίτερη σημασία, αποδεικνύοντας όμως με έναν ακόμα τρόπο την αγάπη του ευλαβούς ζευγαριού αυτού μεταξύ τους αλλά και απέναντι στον Θεό, ο οποίος και τους εστεφάνωσε τελικά χαρίζοντας τους την Παναγία για κόρη τους, αλλά και με έναν ακόμη τρόπο. Να έχουν αυτήν την μοναδική παρρησία τους στον Εγγονό τους Χριστό για να μπορούν μέχρι και τις ημέρες μας να κάνουν όλα αυτά τα θαύματα φέρνοντας στον κόσμο τα δώρα τους, τα παιδιά που τόσο χρειαζόμαστε για την ευτυχία μας.


Ιερά Λείψανα της Αγίας  Άννης.

Το Ιερό Λείψανο της Αγίας Άννας,
 στην Σκήτη της στο Άγιο Όρος.
        Στο Άγιο Όρος, στη Σκήτη της Άγιας Άννας, σώζεται το αριστερό πόδι της Άγιας και αγιάζει αυτούς που πηγαίνουν και το προσκυνούν. Οι Αγιαννανίτες μοναχοί φυλάσσουν το σεπτό Λείψανο της με απεριόριστη πίστη και ευλάβεια, ενώ στην καθημερινότητα τους η Αγία Άννα φαντάζει σαν να είναι ένα προσφιλές και πολύ αγαπητό τους πρόσωπο που ζει μαζί τους την καθημερινότητα τους, στις δε συνομιλίες τους δεν την προσφωνούν τόσο με το όνομα της, αλλά με την γλυκιά επωνυμία "η Γιαγιά". Πολλά θαύματα συνοδεύουν την ιστορία αυτού του ιερού Λειψάνου μα και την ευλάβεια του κόσμου στην Αγία και Θεοπρομήτορα Άννα, αλλά και την επίκληση του ονόματος της στην λύση των δεσμών της ατεκνίας και την απόκτηση παιδιού, αλλά και πολλά είναι τα μωρά αυτά που φέρουν το όνομα της, ή αυτό του ομοζύγου της Ιωακείμ, αφού προήλθαν από το θαύμα της ιδιαιτέρας ευχής της για την λύση των δεσμών της ατεκνίας. 
     Επίσης στο Άγιον Όρος και στην Ιερά Βασιλική Σταυροπηγιακή και Πατριαρχική Μονή Κουτλουμουσίου βρίσκεται άφθορο το πόδι της Αγίας Άννας και φυλάσσεται ως πολύτιμος θησαυρός.
         Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός ίδρυσε Ναό προς τιμήν τής Άγιας Άννης το 550 μ.χ  στη Κωνσταντινούπολη.
        
πηγή το είδαμε εδώ