Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

Πάνω ἀπ’ ὅλα ἡ δύναμι τοῦ Θεοῦ

+Ἐπισκόπου Αὐγουστίνου Καντιώτου
…Ἀπό τήν ψυχή τῶν Ἑλλήνων ἀναβλύζουν ἀενάως δυνάμεις. 
Ποιές δυνάμεις κρατοῦν ὄρθια τήν Ἑλλάδα πάνω στά ἱστορικά της βράχια;
Ἡ γεωγραφική της θέσι; 
Τά ὅπλα της;
Ἡ ἀνδρεία τῶν παιδιῶν της; 
Τό ἔνδοξο παρελθόν της; 
Ἡ προστασία τῶν συμμάχων της; 
Ἔχουν κι αὐτά σημασία.
Μά πάνω ἀπ’ ὅλ’ αὐτά εἶναι ἡ δύναμι τοῦ Θεοῦ, πού δέν ἀφήνει τό μικρό αὐτό ἔθνος νά ἐξαφανιστῇ.
Ἐπιτρέπει Ἐκεῖνος θύελλες καί καταιγίδες, γιά νά τό ἀναδείξῃ ἀκόμη μιά φορά καί νά καταισχύνῃ ὅσους μισοῦν τήν ἀλήθεια καί τό φῶς.
Ἡ Ἑλλάδα δέν θά καταστραφῇ.
Ἔχει σημαία τόν σταυρό, 
πηδάλιο τό Εὐαγγέλιο,
 πυξίδα τήν ἁγνή της συνείδησι, 
ἄγκυρα τήν ἐλπίδα, 
πολικό ἀστέρα τίς θυσίες τῶν ἀναριθμήτων μαρτύρων,
 κυβερνήτη τόν Χριστό.
Ὁ Κύριος εἶναι μαζί της. Ὅταν φαίνεται νά καταποντίζεται, Ἐκεῖνος ἐκτείνει τόν βραχίονά του τόν ἰσχυρό καί μᾶς ἐμψυχώνει φωνάζοντας«Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μή φοβεῖσθε», καί μᾶς σῴζει.
Μᾶς σῴζει θαυματουργικά. Ὅλη ἡ ἱστορία τοῦ ἔθνους μας εἶναι ἕνα θαῦμα.
«Τίς Θεός μέγας ὡς ὁ Θεός ἡμῶν; σύ εἶ ὁ Θεός ὁ ποιῶν θαυμάσια (μόνος)»! (Ψαλμ. 76, 14-15).
Ὁ Χριστός σῴζει τήν πατρίδα.
Ἀδελφοί!
 Τό πλοῖο τῆς Ἑλλάδος ἐξακολουθεῖ νά κλυδωνίζεται. 
Μέσα σ’ αὐτό εἴμαστε ὅλοι.
Τέτοιες ὧρες ποιός θά μείνῃ ἀναίσθητος;
Ὅταν τό πλοῖο κινδυνεύει, ἀπό τόν πλοίαρχο μέχρι τόν τελευταῖο ναύτη ὅλοι ἀγωνίζονται γιά τήν σωτηρία του.
Ὅλοι ἄς κοπιάσουμε, ἄς ἀγρυπνήσουμε γιά τήν πατρίδα. Ταυτοχρόνως νά χρησιμοποιοῦμε τόν ἀσύρματο τῆς προσευχῆς μέ τό σῆμα «Κύριε, σῶσον με!».
το είδαμε εδώ

Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

Τι είναι η θεία Μετάληψη και γιατί μεταλαβαίνουμε;

                           
 
Η θεία Μετάληψη ή θεία Κοινωνία (=ενότητα) ή θεία Ευχαριστία είναι το κέντρο της Εκκλησίας. Χωρίς αυτήν δεν υπάρχει χριστιανισμός. Η επίγεια Εκκλησία είναι οι χριστιανοί ενωμένοι γύρω από το κοινό Ποτήρι της θείας Μετάληψης.
 
Η θεία Μετάληψη είναι το «φάρμακο της αθανασίας και αντίδοτο κατά του θανάτου», όπως το ονομάζει ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος γύρω στο 110 μ.Χ., που η Εκκλησία εξαρχής θεωρεί ότι είναι το ίδιο το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, στο οποίο έχει μεταβληθεί μυστηριωδώς το ψωμί και το κρασί.
 
Βλέποντας παραμορφωμένα την εκκλησιαστική ζωή, αντιμετωπίζουμε τη θεία Μετάληψη ως ένα προσωπικό μας γεγονός («πάω να μεταλάβω», χωρίς να νιώθω δεσμό με τους άλλους που μεταλαβαίνουν συγχρόνως) και μάλιστα ως εξαίρεση στην καθημερινότητά μας, ενώ, στην πραγματικότητα, σε κάθε λειτουργία θα έπρεπε να μεταλαβαίνουμε όλοι όσοι είμαστε στο ναό, εκτός φυσικά αν ο πνευματικός μας μάς έχει ζητήσει να απέχουμε για κάποιο συγκεκριμένο λόγο.
 
Αυτό θα σήμαινε ότι κάθε μέρα θα προσέχουμε να μην αμαρτάνουμε, όχι όμως κι ότι θα νηστεύουμε κάθε μέρα. Αν κοινωνούσαμε ταχτικά, θα αρκούσε να νηστεύουμε όταν είναι μέρες νηστείας, δηλαδή τις σαρακοστές, τις Τετάρτες και τις Παρασκευές (με εξαιρέσεις) και τις άλλες νηστίσιμες εορτές, όπως η ημέρα του Τιμίου Σταυρού, 14 Σεπτεμβρίου, ή η επέτειος της αποτομής της κεφαλής του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, 29 Αυγούστου.
 
Η θεία λειτουργία γίνεται αποκλειστικά και μόνο για να κοινωνήσουν οι παρευρισκόμενοι και λειτουργία ονομάζεται μόνο εκείνη η εκκλησιαστική τελετή, στην οποία τελείται η θεία Μετάληψη. Δεν είναι λειτουργία ο εσπερινός, ο γάμος, η βάφτιση, η κηδεία, το ευχέλαιο, οι Χαιρετισμοί κ.τ.λ. Όλα αυτά λέγονται «ακολουθίες». Λειτουργία λέγεται μία ακολουθία, αυτή που γίνεται κάθε Κυριακή και γιορτή και περιλαμβάνει τη θεία Μετάληψη. Υπάρχει και η θεία λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων, που γίνεται τις καθημερινές της μεγάλης Σαρακοστής (πριν το Πάσχα), με θεία Μετάληψη που έχει καθαγιαστεί την προηγούμενη Κυριακή.
 
Αυτό που τρώμε, όταν μεταλαβαίνουμε, είναι το αληθινό Σώμα και το αληθινό Αίμα του Χριστού, και όχι απλό ψωμί και κρασί που μόνο «συμβολίζουν» το Σώμα και το Αίμα Του. Ο Ίδιος το λέει στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο, 6, 48-59: «Εγώ είμαι ο άρτος της ζωής… Ο άρτος που θα δώσω εγώ είναι η σάρκα μου, την οποία θα δώσω υπέρ της ζωής του κόσμου. Αλήθεια σας λέω, αν δε φάτε τη σάρκα και δεν πιείτε το αίμα του Υιού του ανθρώπου, δεν έχετε ζωή μέσα σας. Όποιος τρώει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου έχει ζωή αιώνια και εγώ θα τον αναστήσω την έσχατη ημέρα. Γιατί η σάρκα μου είναι στ’ αλήθεια τροφή και το αίμα μου στ’ αλήθεια ποτό. Όποιος τρώει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου μένει μέσα μου κι εγώ μέσα του…».
 
Φυσικά ο Ίδιος ο Ιησούς παρέδωσε τη θεία Μετάληψη στους ανθρώπους κατά το μυστικό δείπνο (που λέγεται «μυστικός», επειδή περιελάμβανε το «μυστήριο» της θείας Μετάληψης κι όχι επειδή… ήταν κρυμμένοι), όπως φαίνεται στα Ματθ. 26, 26-29, Μάρκ. 14, 22-24, Λουκ. 22, 17-20, και Α΄ προς Κορινθίους 11, 23-30.
 
Στους πρώτους χριστιανούς, η θεία Μετάληψη λεγόταν «κλάσις του άρτου» (κόψιμο του ψωμιού) και γινόταν τουλάχιστον κάθε Κυριακή, δηλαδή τη «Μία των σαββάτων», ημέρα της ανάστασης του Χριστού (βλ. Πράξεις των αποστόλων, 20, 7).
 
Γιατί όμως μεταλαβαίνουμε; Πώς η θεία Μετάληψη μας βοηθάει να πλησιάσουμε το Θεό; Ας προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε την απάντηση.
 
Ο άνθρωπος ενώνεται περισσότερο μ’ αυτό που τρώει παρά με οτιδήποτε άλλο. Τρώγοντας λοιπόν το Σώμα και πίνοντας το Αίμα του Χριστού, ενώνεται με Αυτόν. Γίνεται έτσι «μικρός Χριστός». Δε γίνεται βέβαια άγιος αυτόματα και μαγικά. Όμως η ένωση αυτή με το Θεό (δηλαδή με το Χριστό) ενισχύει τον άνθρωπο, για να μπορεί να αντέξει το μεγάλο μαρτύριο της αγάπης.
 
Χωρίς τη θεία Μετάληψη, Κύριε, δε μπορώ να εκπληρώσω την εντολή Σου «αγαπάτε αλλήλους» και μάλιστα «αγαπάτε τους εχθρούς σας» (Λουκ. 6, 27-36). Συνήθως λέμε: «Τους εχθρούς μου θέλω να τους μισώ. Άλλωστε, αν αγαπώ χωρίς όρια, οι περισσότεροι θα με εκμεταλλευτούν, θα με προδώσουν, θα με συντρίψουν! Και, γεμάτος πόνο, ή θα εξοντωθώ ή θα βάλω φρένο στην αγάπη μου και θα πάψω να προσπαθώ να τηρώ την εντολή Σου. Θ’ αγαπώ μόνο αυτούς που μ’ αγαπούν και τους άλλους απλά θα τους «συμπαθώ» μέσα σε περιορισμένα όρια».
 
Έχω όμως το Σώμα και το Αίμα Σου, που με θωρακίζει και με κάνει ν’ αντέχω και να συνεχίζω μαζί Σου. Αν θέλω. Αν είμαι πωρωμένος και δε θέλω ν’ αγαπήσω, και κάθε μέρα να μεταλαβαίνω, θα είμαι (μη γένοιτο) μακριά Σου…
 
Αν και οι προεκτάσεις της θείας Μετάληψης είναι πάρα πολλές, ας αναφέρουμε μερικές όσο το δυνατόν απλούστερα.
 
Καθώς ο άνθρωπος μεταλαβαίνει, συμβαίνει μια πολλαπλή ένωσή του με όλο το υπόλοιπο σύμπαν. Στη θεία Μετάληψη θεωρούμε ότι συνοψίζεται και μεταμορφώνεται όλη η κτίση.
 
Αποτελεί σύνοψη, πρώτον, ολόκληρου του υλικού κόσμου, που εκπροσωπείται μέσω των δύο βασικών τροφών –που εκφράζουν τη σχέση αυτού του κόσμου με τον άνθρωπο, γιατί μια καθοριστική έκφανση αυτής της σχέσης είναι η τροφή, όπως αναφέρει και ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν (ο άνθρωπος ζει επειδή τρώει, δηλαδή βάζει μέσα του τον κόσμο και ενώνεται μ’ αυτόν).
 
Δεύτερον, αποτελεί σύνοψη όλης της ανθρωπότητας, με την υπερφυσική παρουσία του Χριστού, που δεν είναι απλώς άνθρωπος, αλλά νέος Αδάμ γι’ αυτό στο πρόσωπό Του περιλαμβάνονται δυνάμει όλοι οι άνθρωποι, από την αρχή μέχρι το τέλος της ιστορίας. Τρίτον, όλης της Θεότητας, γιατί ο Χριστός, ως Θεός, είναι πάντα ενωμένος με τα άλλα δύο Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. Τέταρτον, της σταύρωσης και της ανάστασης του Χριστού, γιατί το Σώμα Του κόπηκε και το Αίμα Του χύθηκε, καταργώντας τις θυσίες των παλιών θρησκειών και εγκαινιάζοντας το μόνο αληθινό τρόπο λατρείας, τη μόνη θυσία: την αυτοθυσία.
 
Έτσι, θεωρούμε ότι ο χριστιανός που μεταλαβαίνει επιτελεί την ύψιστη ένωση με όλη την ανθρωπότητα, με όλη τη δημιουργία και με το Θεό, αλλά και συμμετέχει με μυστικό τρόπο στη σταύρωση και την ανάσταση του Χριστού. Και φυσικά ενώνεται ιδιαίτερα με εκείνους που κοινωνούν την ίδια μέρα, γιατί όλοι κοινωνούμε από το «κοινό Ποτήριο».
 
Υπόψιν ότι, κατά την αγία προσκομιδή (στην πρόθεση), την ουσιαστική έναρξη της θείας λειτουργίας, ο ιερέας βγάζει από το πρόσφορο μερίδες για το Χριστό (τον «Αμνό» = αρνάκι), την Παναγία, τους αγγέλους, τους αγίους και κάθε ζωντανό και νεκρό, τα ονόματα των οποίων του έχουμε δώσει (σε χαρτάκια) να μνημονεύσει. Όλα αυτά τοποθετούνται σ’ ένα μικρό δίσκο (το «δισκάριο») και στη συνέχεια μπαίνουν στο άγιο Ποτήριο και γίνονται η θεία Μετάληψη. Όταν λοιπόν έρθει η ώρα να μεταλάβεις, μέσα στο Ποτήρι –το κοινό Ποτήρι, το Ποτήρι της αγάπης που μας ενώνει– βρίσκεται σε μικρογραφία όλο το σύμπαν.
 
Ας σημειώσουμε τέλος ότι το πρόσφορο, το ψωμί της θείας Μετάληψης, είναι ένα, γιατί συμβολίζει την ενότητά μας, και στρογγυλό, γιατί συμβολίζει τον κόσμο. Όσο απομένει και δε γίνεται Σώμα Χριστού, καθώς και τα επιπλέον πρόσφορα, κόβεται και μοιράζεται σ’ εκείνους που δεν κοινωνούν «αντί Δώρου». Είναι το «αντίδωρο». Βέβαια εμείς παίρνουμε αντίδωρο ακόμη κι όταν κοινωνούμε, όμως ο αρχικός προορισμός του αντίδωρου ήταν για εκείνους που δεν κοινωνούσαν.
 
Του Θεολόγου Θ.Ι.Ρηγινιώτη, Νοέμβριος 2012, Φως Ιλαρόν φ.2
 
Πηγή: Ορθόδοξες Απαντήσεις
το είδαμε εδώ

Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2016

Τα "Δάκρυα της Παναγίας", σχέδια αυτοκτονίας & πώς κάνουν εμπόριο οι Αγιορείτες...

το είδαμε εδώ
Εισαγωγή του blog μας:  
Άρχισα να διαβάζω αυτό το άρθρο ως αναφορά σ' ένα πολιτισμικό αγαθό (τα ιδιαίτερα κομποσχοίνια με τα "δάκρυα"). Κατόπιν κατάλαβα πως περιέχει κι ένα άλλο σπουδαίο θέμα: πώς κάνουν εμπόριο οι (θα έλεγα: "αυθεντικοί") Αγιορείτες (πράγμα που λέει πολλά και για το πώς πουλούσαν τα ψάθινα εργόχειρά τους οι αρχαίοι άγιοι ασκητές της Θηβαΐδας).
Και τελικά, μια νέα αποκάλυψη!!! Πώς δυο καλοί άνθρωποι έσωσαν μια γυναίκα από την αυτοκτονία: ο άγνωστος ερημίτης με τα κουτσά ρώσικά του κι ο ταχυδρόμος που μπήκε στον κόπο να τη βρει, έχοντας ένα φάκελο με ελλιπή διεύθυνση!!!
Δοξασμένος ο Θεός εν τοις αγίοις αυτού!
Έτσι, έγινε ένα από τα πιο αγαπημένα μου posts, μαζί με αυτό & αυτό.

Ας είναι αναπαυμένες οι ψυχές όλων των ανθρώπων που αναφέρονται σ' αυτό το άρθρο - μοναχών και λαϊκών.
Και τώρα στο όνομα του Ιησού Χριστού, ρίχνω ταπεινά ένα μήνυμα σε μπουκάλι στη θάλασσα της μπλογκόσφαιρας:

"Σκέφτομαι ν' αυτοκτονήσω..." Αν κάνεις αυτή τη σκέψη, διάβασε, σε ικετεύω, αυτό το άρθρο, ιδίως στο τελευταίο κομμάτι του (δυο παραγράφους πάνω απ' το εξώφυλλο του ρώσικου περιοδικού). Και να ξέρεις πως, όταν όλοι σε προδώσουν, υπάρχει κάποιος που δε θα σε προδώσει ποτέ: ο εξομολόγος.Πήγαινε σ' αυτόν και θα σε συνδέσει με το Χριστό. Πήγαινε στην ενορία σου ή στο μοναστήρι του τόπου σου και συζήτησε με τους ιερείς και τους μοναχούς ή τις μοναχές. Άνοιξε την καρδιά σου στο Χριστό: Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλό.
Εκεί είναι και σε περιμένει - όχι για να σου δώσει λεφτά ή υγεία με μαγικό τρόπο, αλλά για να σου δώσει δύναμη. Τη δύναμη, με την οποία πολλοί άγιασανκαι γέμισαν θείο Φως, και εδώ και στην αιωνιότητα. (Ενότητα στο blog μας για την αυτοκτονία εδώ).
Συγγνώμη για τα πολλά μου λόγια. Ο Χριστός μαζί σας. Απολαύστε το.


e-ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟ

Βρισκόμουν στο Άγιον Όρος για ν’ αγοράσω αγιορείτικο εργόχειρο. Το αγιορείτικο εργόχειρο είναι τα πράγματα που κατασκευάζουν οι μοναχοί όπως θυμίαμα, κομποσχοίνι και άλλα, τα οποία πωλούν και προσπορίζονται έτσι τα προς το ζην. Μου είπαν στις Καρυές, στην πρωτεύουσα του Αγίου Όρους, ότι θα έβρισκα δάκρυα της Παναγίας και μικρές φορητές εικόνες από μελισσοκέρι στην Καψάλα. Μου υπέδειξαν επίσης και σε έναν τοπικό χάρτη και το κελλί που τα πουλούσε. 



 

Τα δάκρυα της Παναγίας είναι κομποσχοίνια ή κατ’ άλλους κομπολόγια φτιαγμένα από καρπούς ενός φυτού που λέγεται δάκρυ της Παναγίας. Ο Γεράσιμος Σμυρνάκης στο βιβλίο του Άγιον Όρος που εκδόθηκε το 1903 γράφει: 

«Ενταύθα καλλιεργείται και το καλαμώδες φυτόν, εκ των ασταχύων του οποίου εξάγονται από του μηνός Ιουλίου μέχρις Οκτωβρίου κόκκοι σκληροί και φαιόχροοι, καλούμενοι εν τω Αγίω Όρει Δάκρυα της Παναγίας, και του οποίου η καλλιέργεια, αναπτυσσομένου και μέχρι μέτρου, απαιτεί μάλλον τελματώδη μέρη ήτοι αφθονούντα υδάτων. 


 


Εκάστης δε οκάδος των ανωτέρω κόκκων η αξία ανέρχεται εις γρόσια 10-25. Τούτους οι διάφοροι μοναχοί αγοράζοντες, κατασκευάζουσι κομβολόγια, συνδέοντες δια σύρματος, όπερ διαπερώσι δια των φύσει υπαρχουσών διατρήσεων αυτών. 

  
 

Απεκλήθησαν δε Δάκρυα της Παναγίας, ως λέγεται, υπό των ησυχαστών, διότι αύτη εμφανισθείσα εις τον εν τη καλύβη του Αγίου Παντελεήμονος διαμένοντα Γέροντα υπέδειξεν αυτώ την καλλιέργειαν του φυτού τούτου προς πόρον ζωής, καθ’ ον χρόνον ηδημόνει δακρύων, μη δυνάμενος ένεκα του γήρως να προσπορίζηται τα προς ζωάρκειαν αυτού.». 


Πώς κάνουν εμπόριο οι Αγιορείτες


Η Καψάλα είναι περιοχή των Καρυών με αρκετά κελλιά. Η διαμονή εκεί για τους μοναχούς θεωρείται δύσκολη επειδή το μέρος έχει πολύ υγρασία και κρύο, ιδιαίτερα το χειμώνα. Φανταστείτε δύο ορεινούς βραχίονες να πέφτουν κάθετα στη θάλασσα ψηλά από τις Καρυές και ο ένας απ’ αυτούς να κάνει μία δίπλα γύρω από τον άλλον. Στο εσωτερικό βάθος αυτής της κλειστής δίπλας βρίσκεται η Καψάλα. Η περιοχή μαζεύει το νερό από τις γύρω περιοχές και δεν θερμαίνεται αρκετά από τον ήλιο, αφού οι ακτίνες του ηλίου εμποδίζονται από τους ψηλούς ορεινούς κάθετους όγκους. Ερημικώτατη και άκρως ασκητική την ονομάζουν γι’ αυτό το λόγο οι πατέρες. 


Μετά από κατηφορική και δύσκολη πορεία μιάμισης ώρας, μέσα σε μια σκοτεινή και άγρια φύση, έφτασα τελικά στο κελλί του οσίου Νικοδήμου, όπου, όπως μου είχαν πει, ο μοναχός που έμενε εκεί κατασκεύαζε και πουλούσε τα δάκρυα της Παναγίας. 


Το κελλί του οσίου Νικοδήμου ήταν μικρό σε μέγεθος. Χτισμένο με την παραδοσιακή πέτρινη αρχιτεκτονική του Αγίου Όρους είχε ισόγειο και ανώγειο. Στο ισόγειο, όπως ανακάλυψα αργότερα, είχε ένα χώρο που χρησιμοποιούνταν ως καθιστικό και άλλον έναν μεταμορφωμένο σε μικρή εκκλησία. Η μικρή αυτή μονόχωρη εκκλησία ετιμάτο επ’ ονόματι του οσίου Νικοδήμου του αγιορείτου, προεξάρχουσα μορφή του πνευματικού κινήματος των Κολλυβάδων, κινήματος που αναζωογόνησε την Ορθοδοξία τον 18ο αιώνα. 


Χτύπησα την πόρτα. Δεν πήρα απάντηση. Παρατήρησα ότι η πόρτα ήταν σάπια και στηριζόταν σε δύο ξεχαρβαλωμένους σκουριασμένους μεντεσέδες. Ξαναχτύπησα προσεκτικά για να μην διαλυθεί στα χέρια μου. Άκουσα κάτι σαν θόρυβο από μέσα. Ευλόγησον πάτερ, είπα. Ο Θεός μου απάντησε κάποιος από μέσα και ταυτόχρονα η ξύλινη πόρτα άνοιξε. 


 

Στην πόρτα εμφανίστηκε ένας νέος σχετικά μοναχός. Ψηλός, ξερακιανός που φαινόταν ιδιαίτερα καταβεβλημένος από τη σκληρή ζωή σ’ εκείνο τον τόπο και κάπως άρρωστος. Έσκυψα να του φιλήσω τα χέρι ως ένδειξη σεβασμού, αλλά αρνήθηκε. Με ρώτησε τι ήθελα. Του εξήγησα ότι αγοράζω αγιορείτικο εργόχειρο, το οποίο μεταπουλώ σε κοσμικούς και βγάζω τα προς το ζην. Μου σύστησαν το όνομά του ως κάποιου που κατασκευάζει κομπολόγια με δάκρυα της Παναγίας. Κομποσχοίνια είναι, όχι κομπολόγια, μου απάντησε στεγνά κι απότομα. Τον είδα έτοιμο να σταματήσει τη συζήτηση και να κλείσει την πόρτα. Τότε άρχισα να του μιλώ γι’ άλλους πατέρες που μου πουλούσαν εργόχειρο αναφέροντας πολλά ονόματα πατέρων, ενώ ταυτόχρονα του ζητούσα συγγνώμη για το λάθος μου. 

Ηρέμησε κάπως. Ίσως κάποιο όνομα απ’ αυτά που του είπα να του ήταν γνωστό. Πόσο τ’ αγοράζεις με ρώτησε. Πόσο τα πουλάς αντέτεινα. Τον είδα διστακτικό και απόμακρο. Η ερώτησή μου ήταν λάθος. Με χαμηλή φωνή του είπα ότι το να φτιάχνει κάποιος κομποσχοίνια από δάκρυα της Παναγίας ήταν σπάνιο, αφού απαιτούσε πολύ κόπο να τρυπήσεις τους σκληρούς καρπούς. Ήμουν διατεθειμένος να του πληρώσω εκείνη τη στιγμή όσο ήθελε, σε όποια τιμή μου έλεγε. Του εξήγησα ότι το κέρδος μου ήταν ένα μικρό ποσοστό της αξίας αγοράς και ότι ταυτόχρονα αναλάμβανα όλο το ρίσκο. Το εργόχειρο μπορεί να μην πουλιόταν, εγώ όμως δεν θα το επέστρεφα πίσω. Συνέχιζε όμως αυτός να παραμένει διστακτικός. Άλλαξα τότε τη συζήτηση και τον ρώτησα αν πράγματι το κελλί του ετιμάτο επ’ ονόματι του οσίου Νικοδήμου του αγιορείτου. Απάντησε ναι, ο όσιος ασκήτεψε μάλιστα στο ίδιο το κελλί για κάμποσο χρόνο μου είπε. Με έκδηλη χαρά τότε του απάντησα ότι το βιβλίο του οσίου “Αόρατος πόλεμος” που πρωτοεκδόθηκε το 1796 ήταν ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία κι άρχιζα να του μιλώ με ενθουσιασμό για το βιβλίο. Θα μπορούσε άραγε να μ’ αφήσει να προσκυνήσω στην εκκλησία, στο κελλί που ασκήτεψε ο άγιος; Αυτό ήταν, χαμογέλασε δειλά και με προσκάλεσε μέσα. 

Με πήγε στην εκκλησία να προσκυνήσω. Η εκκλησίτσα ήταν σκοτεινή και υγρή. Αφού προσκυνήσαμε τον Δεσπότη Χριστό και τη Θεοτόκο, αυτός με βαθιές μετάνοιες κι εγώ με σταυρούς, μ’ οδήγησε μπροστά σε μία παλαιά εικόνα του οσίου Νικοδήμου. Προσκυνήσαμε την εικόνα και σταθήκαμε λίγο εκεί κοιτώντας την σιωπηλά. Μετά επιστρέψαμε στο καθιστικό. Μ’ άφησε εκεί χωρίς να μου πει να καθίσω και πήγε να μου φέρει το εργόχειρο. Περιεργαζόμουν το καθιστικό όρθιος. Ένα ξύλινο τραπέζι με δύο καρέκλες κι έναν πάγκο. Το μέρος δεν θερμαινόταν και μύριζε έντονα μούχλα. Μερικές ξεθωριασμένες χάρτινες εικόνες στους τοίχους και μερικά βιβλία ψηλά στα ράφια. Πρόσεξα ότι κάποια ήταν ρωσικά. 

 

Ο μοναχός επέστρεψε και έφερε μαζί του κάμποσα κομποσχοίνια με δάκρυα της Παναγίας. Μου τα έδειξε και μου είπε ότι δεν ήξερε πόσο κάνουν. Ας του έδινα ότι ήθελα. Ήρθα σε δύσκολη θέση. Τι θα μπορούσα να του δώσω; Τον ρώτησα πόσο τα πουλούσε σε άλλους. Μου απάντησε ότι τα έδινε σε άλλους μοναχούς από σκήτες ή μονές κι αυτοί σε αντάλλαγμα του έδιναν τρόφιμα ή αναγκαία πράγματα για την μικρή του εκκλησία. Ήταν η πρώτη φορά που θα πουλούσε κάτι σ’ έναν κοσμικό. Συνέχιζα να είμαι σε δύσκολη θέση, γιατί ήταν και για μένα η πρώτη φορά που αγόραζα τέτοια κομποσχοίνια. Δεν είχα μέτρο σύγκρισης. Τότε έβγαλα όσα χρήματα είχα στο περτοφόλι μου και του είπα να πάρει όσα θέλει. Ήρθε σε δύσκολη θέση. Κοιταζόμασταν αμήχανα. Ένιωθα ότι ήταν έτοιμος να μου τα χαρίσει, αλλά καταλάβαινα ότι είχε απόλυτη ανάγκη μερικά χρήματα. 

Δυο άνθρωποι, ένα γράμμα, ο Θεός & κάτι κουτσά ρώσικα

  
Τότε τον ρώτησα αν ήξερε ρωσικά, επειδή έβλεπα να έχει κάποια ρωσικά βιβλία. Μου είπε ότι ήταν αυτοδίδακτος και ότι μάθαινε απ’ αυτά τα βιβλία. Του ζήτησα να τα δω. Με ρώτησε έκπληκτος αυτός αυτή τη φορά, αν ήξερα ρωσικά. Του είπα ναι, τελειώνω τώρα ρωσικά στη σχολή βαλκανικών γλωσσών του ΙΜΧΑ. Άστραψαν με χαρά τα μάτια του και μου είπε κάτι σε σπασμένα ρωσικά. Ανταπάντησα γρήγορα σε ωραία ρωσικά που μου’ μαθε η δασκάλα μου, φιλόλογος Τ. Μ. Τρέμοντας από έξαψη μου έφερε ένα γράμμα γραμμένο στα ρωσικά να το διαβάσω, μου πρότεινε να καθήσω, ζητώντας μου συγγνώμη που με είχε τόσην ώρα όρθιο, και ταυτόχρονα έβαζε μπροστά μας ένα πλαστικό κουτί γεμάτο με φουντούκια κι αμύγδαλα που ξετρύπωσε από κάπου. Ως φαίνεται αυτό θα ήταν το δείπνο μας. 

Ξέρεις το ρωσικό περιοδικό "Ορθόδοξος προσκυνητής" (Православный паломник) με ρώτησε; Κάποιος ρώσος μοναχός από την ιερά μονή του Αγίου Παντελεήμονος μας έκανε συνδρομητές, εμένα και κάποιους άλλους μοναχούς, και αποφάσισα να μάθω ρωσικά για να το διαβάζω. Συγγενείς μού έστειλαν τα απαραίτητα, λεξικό, γραμματική, μέθοδο άνευ διδασκάλου και ξεκίνησα. Όταν προχώρησα λίγο στην γλώσσα, άρχιζα να διαβάζω κάποια εύκολα κείμενα από το περιοδικό, ξεκινώντας από τη στήλη της αλληλογραφίας, στην οποία δημοσιεύονταν γράμματα των αναγνωστών με ερωτήσεις, απορίες και σχόλια. 

  
 

Μια μέρα διάβασα το γράμμα μιας αναγνώστριας του περιοδικού από κάποια μακρινή πόλη της Σιβηρίας. Στο γράμμα παραπονιόταν ότι ο Θεός δεν υπάρχει, αφού, όντας μόνη στη ζωή, ανύπαντρη μητέρα με ένα παιδί 18 χρονών, ήρθε η στιγμή και το παιδί της πέθανε σε ατύχημα. Το σκότωσε αυτοκίνητο που οδηγούσε μεθυσμένος οδηγός, καθώς περνούσε τη διάβαση ενός δρόμου. Ο Θεός, αν υπήρχε, ήταν κακός. Της στέρησε το μονάκριβό της παιδί, αυτό που τόσο δύσκολα και με ανέχεια μεγάλωσε, υπομένοντας αγγόγυστα όλες τις ταπεινώσεις. Τον μεγάλωσε χριστιανικά, έκανε τα πάντα για να τον προφυλάξει από κακοτοπιές, και να πως ο θεός την αντάμειβε. Τον πήρε τόσο νέο στο θάνατο. Γιατί; Την άφησε μόνη στη ζωή, χωρίς στήριγμα, χωρίς αποκούμπι. Τι νόημα είχε πια η ζωή της; Θα έδινε ένα τέλος σ’ αυτήν. 


Με σπάραξε η κραυγή αυτής της μάνας, όταν τελείωσα την μετάφραση, μου είπε. Προσευχόμουν όλη μέρα στο Θεό γι’ αυτήν. Παναγιά μου, έλεγα, παρηγόρησε αυτή την καρδιά, κάνε το θαύμα σου! Έγραψα αμέσως ένα γράμμα στη ρωσίδα μάνα με άτεχνα και λανθασμένα ρωσικά. Είχε στη στήλη αλληλογραφίας του περιοδικού μόνο το ονοματεπώνυμό της και την πόλη, αλλά σκεφτόμουν ότι μπορεί η πόλη να ήταν μικρή και να την βρουν. Της έγραφα πως ήμουν ένας μοναχός στον Άγιο Όρος που ζούσε στην ερημιά. Η επιστολή που έστειλες στο περιοδικό μ’ άγγιξε βαθύτατα και προσεύχομαι νύχτα μέρα για σένα. Της έγραφα λόγια παρηγορητικά. Ο Θεός, της έλεγα, υπάρχει, κι αυτός ξέρει καλύτερα. Η ζωή δεν σταματάει σ’ αυτή τη ζωή, ίσα ίσα αρχίζει μετά θάνατον και άλλα τέτοια. 


Σε λίγο καιρό πήρα ένα γράμμα. Ήταν απ’ αυτήν, αυτό είναι που διαβάζεις τώρα. Ήταν έτοιμη ν’ αυτοκτονήσει, να πέσει από το παράθυρο από το ψηλό κτίριο που ζούσε, όταν χτύπησε εκείνη τη στιγμή το κουδούνι της κάτω εισόδου. Ασυναίσθητα κατέβηκε κάτω από το παράθυρο και πήγε να ρωτήσει ποιος ήταν. Ήταν ο ταχυδρόμος και της έφερνε εκείνη τη στιγμή ένα γράμμα. Το γράμμα που έγραψε ένας άγνωστος της μοναχός του Αγίου Όρους χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά και της μιλούσε για το γιο της. Από το Άγιον Όρος! Ένα γράμμα χωρίς την πλήρη διεύθυνσή της, αλλά ο ταχυδρόμος έκανε τον κόπο, έψαξε και την βρήκε. Έκλαιγε με λυγμούς. Ήταν ο Θεός που της έστελνε αυτό το γράμμα. 


Διάβαζα και μετέφραζα το γράμμα της. “…Ο Θεός δεν με ξέχασε. Μου έδειξε ότι υπάρχει και ο δρόμος του σταυρού…”. Κύριε, κατά το πλήθος των οδυνών μου εν τη καρδία μου αι παρακλήσεις σου εύφραναν την ψυχήν μου, υπέψαλλε ο μοναχός. Ας είναι δοξασμένο το όνομά του! Από τότε έχουμε συχνή αλληλογραφία και φυσικά ούτε σκέψη πια γι’ αυτοκτονία. Κρατούσα ατα χέρια μου και κοιτούσα το γράμμα της ρωσίδας συγκινημένος. Έπαιξε ο Θεός μπιλιάρδο. Χτύπησε εσένα εδώ για νά ’βρει εκείνην εκεί, του είπα χαμογελώντας. Δεν του άρεσε η παρομοίωση. 


Η αγρυπνία - και ένας πειρασμός μέσα στη νύχτα
Έξω είχε πέσει η νύχτα. Πίσσα σκοτάδι. Ήταν αδύνατο να φύγω. Ο μοναχός είδε που κοιτούσα ανήσυχος το σκοτάδι και μου πρότεινε να μείνω. Είχε στο ανώγειο δύο δωμάτια, στο ένα έμενε αυτός, στο άλλο θα έμενα εγώ. Μου είπε ότι εκείνη τη νύχτα θα ερχόνταν μετά τα μεσάνυχτα τέσσερεις πέντε μοναχοί για να κάνουν αγρυπνία. Θα ήθελα να συμμετάσχω κι εγώ; Ναι, βέβαια, απάντησα. Με οδήγησε στο δωμάτιό μου. Το δωμάτιο μικρό, χτισμένο με μπαγδατί, τα ξύλα σάπια και σκοροφαγωμένα. Υπήρχε μία λάμπα πετρελαίου που την άναψα. Ο μοναχός μου είπε ότι η τουαλέτα ήταν έξω στην ύπαιθρο, αλλά όταν άνοιξα την εξώπορτα, κάποια στιγμή αργότερα, είδα απέναντί μου ένα σκοτάδι πίσσα, μαύρο, κατάμαυρο σκοτάδι να τυλίγει τα πάντα κι αποφάσισα να κρατηθώ και να μην πάω. 

Το κρύο ήταν ανυπόφορο. Ο μοναχός μου έφερε τέσσερεις ψιλές, άπλυτες και φαγωμένες από τη πολυχρησία κουβέρτες. Την άλλη μέρα ανακάλυψα ότι αυτές ήταν όλες κι όλες οι κουβέρτες που είχε. Ξάπλωσα ντυμένος, φορώντας το μπουφάν, τυλιγμένος στις τέσσερεις κουβέρτες, και πάλι κρύωνα, κρύο του θανάτου. Ήταν αδύνατον να κοιμηθώ από το κρύο. Υγρασία που προερχόταν από το έδαφος ανερχόταν έρποντας σταδιακά στους τοίχους του δωματίου όσο κυλούσε η ώρα. Το δωμάτιο είχε επίσης ένα ξύλινο παράθυρο, μ’ ένα ψιλό τζαμλίκι, χωρίς κουρτίνα, χωρίς παντζούρι, χωρίς τίποτα. Κοίταξα στο παράθυρο από το κρεββάτι. Θεούλη μου, το κρύο σκοτάδι ήταν σα ζωντανό, κακό πλάσμα, που με περιεργαζόταν κι αυτό μέσα από το σκοτάδι. Ασυναίσθητα έλεγε μέσα μου Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με για να παίρνω κουράγιο. 


Οι ώρες περνούσαν βασανιστικά αργά. Το αφόρητο κρύο δωνάμωνε όλο και περισσότερο. Άκουσα ένα χτύπημα στη πόρτα και τη φωνή του μοναχού να με καλεί στην αγρυπνία. Κατέβηκα αμέσως. Είχαν έρθει και οι άλλοι μοναχοί, ανάμεσα σ΄ αυτούς και ένας γέροντας που όλοι τον ευλαβούνταν και του φιλούσαν το χέρι. Πήγα κι εγώ. Με κοίταξε καλοκάγαθα και μ’ ευλόγησε. 


Η αγρυπνία άρχισε. Η εκκλησίτσα φωτιζόταν με μερικά κεριά. Οι μοναχοί έψελναν σιγανά. Οι εικόνες μόλις που διακρίνονταν. Υπήρχε μια θαλπωρή και μια ζεστασιά, ίσως από τα σώματα τόσων ανθρώπων. Η ώρα περνούσε κι εγώ νύσταζα. Ξαφνικά ακούστηκαν δυνατοί χτύποι στην εξώπορτα. Δυνατός αέρας φύσηξε σφυρίζοντας δυνατά μέσα από τις χαραμάδες της πόρτας. Οι μοναχοί κοιτάχτηκαν αναμεταξύ τους ερωτηματικά. Ποιος να ήταν τέτοια ώρα στην ερημιά, σ’ αυτό το σκοτάδι; Τα χτυπήματα ξαναντήχησαν επίμονα και δυνατά. Αν ήταν κάποιος άνθρωπος έπρεπε να του ανοίξουν, ίσως είχε κάποια ανάγκη. Ευλόγησον φώναξε ο μοναχός. Σιωπή. Σε λίγο ξανά δυνατά χτυπήματα στην πόρτα που ’ταν έτοιμη πια να διαλυθεί. Όλοι κοίταξαν τον γέροντα. Ο γέροντας κατέβηκε από το στασίδι του και πλησίασε τη σαθρή πόρτα. Στάθηκε μπροστά της. Πες, φώναξε μπροστά στην κλειστή πόρτα, Δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν, και θα σ’ ανοίξω. Σιωπή για λίγο. Μετά ακούστηκε καθαρά κάποιος να λέει απέξω Δι’ ευχών των μμμμμ και να συνεχίζει με ακατανόητους ήχους. 


Οι μοναχοί πισωπλάτισαν προς το εσωτερικό της μικρής εκκλησίας. Ο γέροντας έμεινε μόνος μπροστά στην πόρτα. Είπε πάλι, αν είσαι άνθρωπος, πες Δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν και θα σ’ ανοίξω. Απέξω ξανά το ίδιο Δι’ ευχών των μμμμ και ξανά μπερδεμένοι κι ακατανόητοι ήχοι, που ’μοιζαν με οξείς γρυλλισμούς ζώων. Την τρίτη φορά ο γέροντας είπε σιγανά μερικές εξορκιστικές ευχές. Τότε κάτι ξένο, μη ανθρώπινο, έτσι μας φάνηκε, χτύπησε με ορμή και θυμό την πόρτα μουγκρίζοντας. Μετά ησυχία. Ο άνεμος κόπασε. Δεν ξανακούσαμε χτυπήματα στην πόρτα. Ο γέροντας επέστρεψε στο στασίδι του και ζήτησε να συνεχίσουμε. Είμασταν ανήσυχοι, αλλά σιγά σιγά οι φόβοι μας καταλάγιασαν. 

Νομίζω ότι οι πάντες προσευχήθηκαν εκείνη τη νύχτα με τόση θέρμη όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή τους. Η αγρυπνία τελείωσε δοξαστικά με τη θεία λειτουργία. Ξημέρωσε. Ένας λαμπρός ήλιος έκανε την παρουσία του κι έδιωξε τα σκοτάδια της νύχτας. Το πρωί άκουσα από απόσταση τον γέροντα να μιλάει με τους άλλους μοναχούς. Έπιασα να λέει “…ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπιεί, αλλά ως υπερήφανος που είναι δεν μπορεί να ζητήσει το έλεος του Θεού, ούτε να προφέρει το όνομα του Ιησού, γιατί μαστιγώνεται..”. Αργότερα ο γέροντας και οι άλλοι μοναχοί έφυγαν. Συμφωνήσαμε με το μοναχό σε μια τιμή για τα κομποσχοίνια και επέστρεψα στις Καρυές. Με τον μοναχό είχαμε μια καλή συνεργασία για χρόνια, αν και ποτέ ξανά δεν επισκέφθηκα το κελλί του, ούτε την Καψάλα. Μου έστελνε το εργόχειρο με το ταχυδρομείο των Καρυών.
  


Σημ.: Αγγλική μετάφραση εδώ. Μοιραστείτε το με όποιον πιστεύετε πως θαωφεληθεί από την ανάγνωσή του.
Πηγή: anagnostikon.blogspot.gr

το είδαμε εδώ

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2016

Προφητικό απόσπασμα από την «Απολογία» του Αγίου Αθανασίου του Παρίου για το κατάντημα της σημερινής αποχριστιανισμένης Ευρώπης

          « Η μανία, η λύσσα, ο ενθουσιασμός  της λιμπερτάς, αποφασίζει αποστασίαν πάσης αρχής και εξουσίας, ου μόνον επιγείου, αλλά και ουρανίου. Έξω Προφήται. Έξω Απόστολοι. Έξω Ευαγγέλια. Έξω ο Χριστός, έξω ο Θεός. Αντί τούτων, ας έλθει, ας παρρησιασθή εις το μέσον ο σοφώτατος Βολταίρ, ο συνετώτατος Ρουσών(….) οι άριστοι και εξαίρετοι πολιτικοί. Ούτοι και οι παρόμοιοι με τούτους, από σήμερον, ας τιμώνται, αυτοί ας γεραίρονται, αυτοί ας κηρύσσονται, ως ευεργέται της ανθρωπότητος. Επειδή με τους σοφωτάτους κανόνας της αρίστης αυτών πολιτικής, εφώτισαν το ανθρώπινο γένος, και το έκαμαν να αποτινάξη τον ζυγόν της δουλείας (…).
          Δια την λιμπερτάν ασέβεια. Δια την λιμπερτάν αρνησιχριστία. Δια την λιμπερτάν αθεΐα.
          Η πλήρης αποσύνδεση της ελευθερίας από την αλήθεια».

          «ΕΚΚΛ. ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ» , τ. 234'
πηγή

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2016

Ἡ οἰκονομική κρίση καί τά κρίματα τοῦ Θεοῦ

 Πρωτ. Φιλοκτήμονος Αὐγουστινάκη,
Θεολόγου, Ἐφημερίου Ἱ. Ναοῦ Εὐαγγελισμοῦ Θεοτόκου Σητείας

     Εὐχαριστῶ τή Δημοτική Ἐπιχείρηση Κοινωνικῆς Ἀνάπτυξης Σητείας καί τον ἠλεκτρονικό τύπο Σητείας «Sitiapress.gr» γιά τήν τιμή νά εἶμαι ἕνας ἀπό τούς ὁμιλητές σ᾽ αὐτήν τήν ἑσπερίδα, πού ἔχει ὡς θέμα τήν οἰκονομική κρίση καί τίς ἐπιπτώσεις της στόν ψυχισμό τῶν ἀνθρώπων και γενικότερα στήν κοινωνία μας.
     Ἀναμφίβολλα ἡ πατρίδα μας διέρχεται μιά δύσκολη καί ἐπώδυνη περίοδο μέσα στήν πορεία τῆς ἱστορίας της, θά ἔλεγα χειρότερη καί ἀπ᾽ αὐτήν τῆς Κατοχῆς. Ἡ κρίση δέν εἶναι μόνο οἰκονομική. Εἶναι και πολιτική καί κοινωνική, ἀλλά κυρίως πνευματική. Ὁ λαός μας βρίσκεται, ὅπως οἱ Τρεῖς Παῖδες, μέσα στήν κάμινο τοῦ πυρός, την «καιομένην ἑπταπλασίως». Φτώχεια, εξαθλίωση οἰκονομική, ἀνεργία, κοινωνική ἀνασφάλεια, ἐπαχθεῖς φόροι, προσβολή καί καταρράκωση τῆς ἀνθρώπινης ἀξιοπρέπειας, πολιτική ἀστάθεια, ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης στό κράτος και στούς πολιτικούς, περιφρόνηση τῶν θεσμῶν, ἀβεβαιότητα γιά τό μέλλον, ὑπερβολικό ἄγχος, κατάθλιψη, ἀπόγνωση, ἀπαξίωση καί αὐτοῦ ἀκόμα τοῦ δώρου τῆς ζωῆς, ἀνησυχητική αὔξηση τῶν αὐτοκτονιῶν, εἶναι κοινωνικά φαινόμενα, πού τά ζοῦμε ὅλοι μας στή καθημερινή ζωή τοῦ τόπου μας.
     Ὄντως «ἐπτωχεύσαμεν σφόδρα»! (Ψαλμ.78,8). «Ἐγενήθημεν ὄνειδος τοῖς γείτοσιν ἡμῶν, μυκτηρισμός καί χλευασμός τοῖς κύκλῳ ἡμῶν»! (Ψαλμ. 78,4). «Ἐσμικρύνθημεν παρά πάντα τά ἔθνη καί ἐσμέν ταπεινοί ἐν πάσῃ τῇ γῇ σήμερον διά τάς ἁμαρτίας ἡμῶν… καί οὐκ ἔστιν ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ ἄρχων καί προφήτης καί ἡγούμενος» (προσευχή Τριῶν Παίδων, Δαν. 3,38). «Οἱ πράκτορες ἡμῶν καλαμῶνται ὑμᾶς καί οἱ ἀπαιτοῦντες κυριεύουσιν ὑμῶν» (Ἡσ. 3,21), δηλαδή οἱ εἰσπράκτορες δυνάστες σας θέλουν να τρυγήσουν (σημ. νά ρουφήξουν!) καί τήν τελευταία ρανίδα τοῦ ἱδρώτα σας καί οἱ απαιτοῦντες νά σᾶς κατακυριεύσουν.
     Ὡστόσο μέσα σ᾽ αὐτή τή στυγνή και ἀδυσώπητη πραγματικότητα ὁ λόγος καί πάλι τοῦ Προφήτη Ἡσαΐα ἀφυπνίζει τούς Ποιμένες τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά σταθοῦμε ἐν ἐγρηγόρσει «ἐπί τῆς θείας φυλακῆς», πάνω στή σκοπιά τῆς εὐθύνης μας καί τῆς ἀποστολῆς μας, δηλαδή πάνω στό Σταυρό. «Τάδε λέγει Κύριος· ἱερεῖς παρακαλεῖτε, παρακαλεῖτε τόν λαόν μου» (Ἡσ. 40,1).
     Ὁ λόγος τοῦ ἱερέα, ὡς Ποιμένα τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, πρέπει νά εἶναι «λόγος παρακλήσεως» και «λόγος ἀληθείας», ἔστω κι ἄν ἀκούγεται ὡς «φωνή βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ» (Λουκ. 3,4).
Ἄλλωστε δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι «πολλά τά τέκνα τῆς ἐρήμου μᾶλλον ἤ τῆς ἐχούσης τον ἄνδρα» (Γαλ. 4,27). Καί ἡ ἔρημος, ὅταν θέλει ὁ Θεός, μπορεῖ νά ἐξανθίσει «ὡς κρίνον». Διότι, «ὅπου ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία, ἐκεῖ ὑπερεπερίσευσεν ἡ χάρις» (Ρωμ. 5,20).
     Μέσα στό διάβα τῆς ἐθνικῆς καί ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας μας τόσο τῆς παλαιᾶς, ὅσο και τῆς Καινῆς Διαθήκης, οἱ κατά Θεόν «σοφοί» και «συνετοί» ἄνθρωποι δέν ἔβλεπαν τά γεγονότα ὡς ἁπλά ἱστορικά φαινόμενα. Πέρα ἀπό τά φαινόμενα ὑπάρχουν τά νοούμενα, οἱ πνευματικοί λόγοι, τούς ὁποίους διέκριναν μέ τήν καθαρή προφητική τους ὅραση καί ἀφύπνιζαν τό λαό.
     Ἔτσι καί στήν παροῦσα κρίση «πρέπει να κοιτᾶμε πέρα ἀπό τήν ἐπιφάνεια καί πέρα ἀπό τούς τεχνικούς λόγους» καί νά προσπαθήσομε νά διακρίνομε τά βαθύτερα πνευματικά αἴτια, πού μᾶς ὁδήγησαν στήν κρίση αὐτή.
     Ὅταν οἱ Τρεῖς Παῖδες βλήθηκαν μέσα στήν κάμινο τοῦ πυρός, «περιεπάτουν ἐν μέσῳ τῆς φλογός ὑμνοῦντες τόν Θεόν καί εὐλογοῦντες τον Κύριον». Τότε ὁ Ἀζαρίας «ἀνοίξας τό στόμα αὐτοῦ ἐν μέσῳ τοῦ πυρός» εἶπε: «Εὐλογητος εἶ Κύριε ὁ Θεός τῶν πατέρων ἡμῶν καί αἰνετόν και δεδοξασμένον τό ὄνομά σου εἰς τούς αἰῶνας…
------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Πρωτ. Φιλοκτήμονος Αὐγουστινάκη,
Θεολόγου, Ἐφημερίου Ἱ. Ναοῦ Εὐαγγελισμοῦ Θεοτόκου Σητείας
*Εἰσήγηση τοῦ Αἰδεσιμολ. π. Φιλοκτήμονος Αὐγουστινάκη στήν ἑσπερίδα μέ θέμα: «Ὁ ψυχισμός τόν καιρό τῆς οἰκονομικῆς κρίσης» πού διοργάνωσε ὁ Δῆμος Σητείας σέ συνεργασία μέ τό «Sitiapress.gr» στήν αἴθουσα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Σητείας, τήν Τρίτη 10 Ἰουλίου 2012. 
------------------------------------------------------------------------------------------------------------
ὅτι ἐν ἀληθείᾳ καί κρίσει ἐπήγαγες ταῦτα πάντα διά τάς ἁμαρτίας ἡμῶν· ὅτι ἡμάρτομεν και ἠνομήσαμεν ἀποστῆναι ἀπό σοῦ καί ἐξημάρ-τομεν ἐν πᾶσι καί τῶν ἐντολῶν σου οὐκ ἠκούσαμεν καθώς ἐνετείλω ἡμῖν, ἵνα εὖ ἡμῖν γένηται» (Δανιήλ 3,24 καί ἑξῆς).
     Τό πρῶτο φάρμακο γιά τή θεραπεία τῆς κρίσης εἶναι ἡ συναίσθηση τῆς εὐθύνης μας καί ἡ μετάνοια, ἡ ἀλλαγή νοῦ, νοοτροπίας, τρόπου ζωῆς. «Μακάριον τό ἔθνος οὗ ἐστί Κύριος ὁ Θεός αὐτοῦ, λαός ὅν ἐξελέξατο εἰς κληρονομίαν ἑαυτῷ» (Ψαλμ. 32). «Τά γάρ ἔθνη καί οἱ βασιλεῖς, οἵτινες οὐ δουλεύσουσί σοι, ἀπολοῦνται και τά ἔθνη ἐρημίᾳ ἐρημωθήσεται» (Ἡσαΐας 60,12).
«Δικαιοσύνη ὑψοῖ ἔθνη, ἐλασσονοῦσι δέ φυλάς ἁμαρτίαι» (Παροιμοίαι 14,34). Ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης στό «Ἄξιόν ἐστιν» λέγει: «Μνήμη τοῦ λαοῦ μου σέ λένε Πίνδο καί σέ λένε Ἄθω. Ἐσύ μόνη ἀπ᾽ τή φτέρνα τόν ἄνδρα γνωρίζεις, ἐσύ μόνη ἀπό τήν κόψη τῆς πέτρας μιλᾶς, ἐσύ στοῦ νεροῦ τῶν αἰώνων τήν ἄκρη σύρεις πασχαλιά ἀναστάσιμη».
     Ἀλήθεια, ποιός μᾶς ἔδωσε τό δικαίωμα νά ἀσεβοῦμε σ᾽ αὐτή τή «μνήμη τοῦ λαοῦ»; Ποιός ταΐζει τό λαό μας μέ τούς λωτούς τῆς λήθης; Γιατί περιθωριοποιεῖται καί ἐξοστρακίζεται ἡ Ὀρθόδοξη πολιτισμική καί πολιτιστική παράδοση τοῦ τόπου μας ἀπό τίς ἐκφάνσεις τῆς κοινωνικῆς μας ζωῆς; Ποιός βάζει βουλοκέρι στ᾽ αὐτιά μας γιά νά μήν ἀκοῦμε καί νά μήν καταλαβαίνουμε αὐτά πού εἶπε ὁ Ἀμερικανός Κίσινγκερ τό 1994 καί τά ὁποῖα βλέπομε χρόνο μέ τόν χρόνο νά ἐπαληθεύονται; «Οἱ  Ἕλληνες, εἶπε, εἶναι λαός, δυσκολοκυβέρνητος, γι᾽ αὐτό πρέπει νά τόν πλήξουμε βαθιά στίς πολιτισμικές του ρίζες. Ἴσως ἔτσι βάλουν μυαλό. Ἐννοῶ δηλαδή, νά τούς πλήξουμε στή γλώσσα, στή θρησκεία, στά πολιτισμικά καί ἱστορικά τους ἀποθέματα, ὥστε νά ἐλαχιστοποιήσουμε κάθε δυνατότητα προόδου τους, διακρίσεως καί κυριαρχίας, ὥστε νά πάψουν νά ἔχουν λόγο στα Βαλκάνια, στήν Ἀνατολική Μεσόγειο, στή Μέση Ἀνατολή, πού εἶναι περιοχές μεγάλης στρατηγικῆς σημασίας γιά τήν πολιτική τῶν Η.Π.Α.».
Μήπως ἦταν αὐτός πιό ἔξυπνος ἀπό μᾶς;
    

     Δυστυχῶς ἀπεμπολήσαμε καί ἐκχωρήσαμε τά «πρωτοτόκια» καί τά δικαιώματα τῆς φυλῆς μας ἀντί «πινακίου φακῆς». Θαμπώθηκαν τά μάτια μας ἀπό τήν πλεονεξία. Κυνηγήσαμε μέ τόν τζόγο καί τά δάνεια τόν εὔκολο καί ἐπίπλαστο πλουτισμό.
Περιφρονήσαμε  τόν  τίμιο ἱδρώτα  τοῦ προσώπου μας καί ἀφήσαμε ἔρημη  και αὐτή  ἀκόμα τή  «μάννα γῆ». Στηρίξαμε τίς ἐλπίδες μας  καί την ἀσφάλειά μας στά δάνεια και τίς ἀποταμιεύσεις  μας.  Οἱ Τράπεζες τῆς Ἑλβετίας και οἱ  off  shore Ἑταιρείες και τό  χρηματιστήριο εἶναι μιά σύγχρονη ἐκδοχή καί ἑρμηνεία
τοῦ «καθελῶ μου τάς ἀποθήκας καί μείζονας οἰκοδομήσω» (Λουκ. 12,18). Ἡ λιτότητα, αὐτή ἡ ἀρχοντική ἀρετή τῆς φυλῆς μας, τό ἀσκητικό πνεῦμα καί ἦθος τῆς Ὀρθόδοξης Παράδοσής μας, ἐξοβελίστηκε ἀπό τόν ἄφρονα πλουτισμό, τήν εὐδαιμονία καί τήν ὑπερκατανάλωση.
     Ρώτησαν τόν π. Παΐσιο: «Γέροντα, γιατί οἱ ἄνθρωποι σήμερα νιώθουν ἀνασφάλεια;». Και ἀπάντησε λακωνικά καί χαριτωμένα: «Γιατί ὅλοι εἶναι ἀσφαλισμένοι»! Καί τώρα «ἰδού ἄνθρωπος, ὃς οὐκ ἔθετο τόν Θεὸν βοηθόν αὐτοῦ, ἀλλ᾿ ἐπήλπισεν ἐπί τό πλῆθος τοῦ πλούτου αὐτοῦ καί ἐνεδυναμώθη ἐπί τῇ ματαιότητι αὐτοῦ» (Ψαλ. 51,9). Ἔφυγε κάτω ἀπό τά πόδια μας τό χαλί, πού νομίζαμε πώς πα-τούσαμε γερά καί πέσαμε στό κενό! «Ματαιότης ματαιοτήτων, τά πάντα ματαιότης» (Ἐκκλησιαστής 1,2). «Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καί ἐπείνασαν» (Ψαλμ. 33,11). Μά καί οἱ φτωχοί ἔγιναν ἀκόμη πιό φτωχοί. Τό βιός μας ἐξανεμίζεται. Ὁ τόπος μας ξεπουλήθηκε. Τό μέλλον ἀβέβαιο. «Οἱ πράκτορες ἡμῶν καλαμῶνται ἡμᾶς καί οἱ ἀπαιτοῦντες κυριεύουσιν ἡμῶν»!
Παιδαγωγία Θεοῦ εἶναι τούτη ἡ συμφορά, πού βρῆκε τό ἔθνος μας. Ὅμως «καί ἡ παιδεία σου ἀνώρθωσέ με εἰς τέλος καί ἡ παιδεία σου αὐτή μέ διδάξῃ» (Ψαλ. 17). «Ὅτι ἐν πυρί δοκιμάζεται χρυσός καί ἄνθρωποι δεκτοί ἐν καμίνῳ ταπεινώσεως» (Σοφ. Σειράχ 2,5).
      
     
     Ἡ  παιδεία τοῦ Θεοῦ εἶναι τό  μυστήριο τῆς σοφίας Του καί τῆς ἀγάπης Του γιά τά παιδιά Του. «Ὅν γάρ ἀγαπᾶ Κύριος παιδεύει, μαστιγεῖ  δε πάντα υἱόν ὅν παραδέχεται.
Εἰ  παιδείαν ὑπομένετε, ὡς υἱοῖς ὑμῖν προσφέρεται  ὁ Θεός· τίς γάρ ἐστίν υἱός ὅν οὐ παιδεύει πατήρ; εἰ δέ χωρίς ἐστε παιδείας… ἄρα νόθοι ἐστέ  καί  οὐχ υἱοί» (Ἑβρ. 12,7-8).
Αὐτή ἡ παιδεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ κρίση τῆς κρίσης μας. Ἡ θεραπεία τῆς ἀλογίας μας. Τό «χωνευτήρι» τῆς φωτιᾶς, πού κατακαίει «τό ξύλον,τόν χόρτον, τήν καλάμην καί τό ἄχυρον» καί λαγαρίζει τό χρυσάφι. Τό «δοκίμιον τῆς πίστεως», πού «κατεργάζεται ὑπομονήν» (Ἰακ. 1), «ἡ δέ ὑπομονή τήν ἐλπίδα, ἡ δέ ἐλπίς οὐ καταισχύνει, ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐκκέχυται ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν» (Ρωμ. 3, 4-5).
     Ἡ παιδεία τοῦ Θεοῦ μεταβάλλει τήν κρίση σέ «εὐκαιρία» γιά νά ξυπνήσουν οἱ κοιμισμένες δυνάμεις τοῦ λαοῦ μας, οἱ ἀρετές τῆς φυλῆς μας, τό ἦθος τῆς φιλοθεΐας καί τῆς φιλανθρωπίας, πού χαρακτηρίζει την ἑλληνορθόδοξη παράδοσή μας, ἡ πίστη τῶν πατέρων μας, ἀπό τήν ὁποία βάλθηκαν κάποιοι να μᾶς ἀποκόψουν σπείροντας τά ζιζάνια καί τό δηλητήριο τῆς ἀθεΐας στά παιδιά μας, διαπράττοντας ἔτσι τό μεγαλύτερο ἔγκλημα εἰς βάρος ὄχι μόνο τῆς ψυχῆς τους ἀλλά καί τοῦ γένους μας. Ὁ Ντοστογιέφσκι ἔλεγε: «Δίχως Θεό ὅλα ἐπιτρέπονται».
     Ποιά πρότυπα ζωῆς, ἤθους, ἐντιμότητας, καλωσύνης καί ἀνθρωπιᾶς ἔχει να προβάλλει ἡ παιδεία μας στούς νέους μας πέρα ἀπό τό Χριστό, τήν Παναγία καί τούς φίλους τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι οἱ Ἅγιοι; Ποιά παράδοση ἐγαλούχησε τούς ἥρωες τῆς ἐθνικῆς
ἱστορίας μας, τό Μακρυγιάννη, τόν Παπαδιαμάντη, τόν Κόντογλου, ἤ τά ἀπαγχονισθέντα ἡρωϊκά παλληκάρια τῆς Κύπρου, πού κείτονται στά Φυλακισμένα Μνήματα; Ποιός θά δώσει ἐλπίδα καί αἰσιοδοξία στά νιάτα μας, ἀγάπη γιά ζωή, ἡρωϊσμό καί ἀνδρεῖο φρόνημα, κουράγιο καί ὑπομονή ἄν τούς γκρεμίσεις «τόν πύργον τῆς ἰσχύος», δηλαδή τή κραταιά δύναμη τῆς πίστεως μέσα στήν ψυχή τους;
Ὁ Χριστός εἶπε· «Μή φοβεῖστε αὐτούς πού σκοτώνουν τό σῶμα, ἀλλά δέν μποροῦν νά σκοτώσουν τήν ψυχή. Ἀντίθετα νά φοβᾶστε περισσότερο αὐτόν, πού μαζί μέ τό σῶμα μπορεῖ νά καταστρέψει καί τήν ψυχή» (Ματθ. 10,28). Καί ὁ Ἱσαπόστολος Κοσμᾶς, ὁ Αἰτωλός, ἀναφέρει στίς Διδαχές του: «Ψυχή καί Χριστός σᾶς χρειάζονται. Αὐτά τά δύο κανείς δέν μπορεῖ να σᾶς τά πάρει, παρεκτός καί θελήσετε μόνοι σας νά τά δώσετε».
     Ἡ παιδεία τοῦ Θεοῦ θά μᾶς ἀνορθώσει καί θά μᾶς διδάξει νά βροῦμε καί πάλι τόν Χριστό καί τή ψυχή μας. Ὁ βασιλιάς Ναβουχοδονόσωρ ἀπειλοῦσε τούς Τρεῖς Παῖδες μέ τοῦτα τά ὑπερφίαλα λόγια: «Ἐάν μή πεσόντες προσκυνήσητε τῇ εἰκόνι τῇ χρυσῇ, ᾗ ἐποίησα, αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἐμβληθήσεσθε εἰς τήν κάμινον τοῦ πυρός τήν καιομένην· καί τίς ἐστί Θεός, ὅς ἐξελεῖται ὑμᾶς ἐκ τῶν χειρῶν μου;» (Δαν. 3,7). Καί τότε ὁ Ἀνανίας, ὁ Ἀζαρίας καί ὁ Μισαήλ τοῦ ἀποκρίθηκαν· «Οὐ χρείαν ἔχομεν ἡμεῖς περί τοῦ ρήματος τούτου ἀποκριθῆναί σοι· ἔστι γάρ Θεός ἡμῶν ἐν οὐρανοῖς, ᾧ ἡμεῖς λατρεύομεν, δυνατὸς ἐξελέσθαι ἡμᾶς ἐκ τῆς καμίνου τοῦ πυρός τῆς
καιομένης, καί ἐκ τῶν χειρῶν σου, βασιλεῦ, ρύσεται ἡμᾶς· καί ἐὰν μή, γνωστόν ἔστω σοι, βασιλεῦ, ὅτι τοῖς θεοῖς σου οὐ λατρεύομεν καί τῇ εἰκόνι, ᾗ ἔστησας, οὐ προσκυνοῦμεν» (Δαν. 3,15-18).
     Ναί, εἶναι δυνατός ὁ Θεός τῶν Πατέρων μας, ὁ Θεός πού λατρεύομε καί προσκυνοῦμε, νά γλιτώσει καί τήν πατρίδα μας ἀπ᾽ αὐτή τήν «ἑπταπλασίως καιομένην κάμινον» τῆς κρίσεως. «Ὁ Θεός δώσει δύναμιν καί κραταίωσιν τῷ λαῷ αὐτοῦ» (Ψαλμ. 67). Ὁ Χριστός, ὁ «Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος», πού ἐδρόσισε τούς Τρεῖς Παῖδες, μπορεῖ νά δροσίσει κι ἐμᾶς καί νά μᾶς δώσει τή δύναμη νά περπατοῦμε καί νά προχωροῦμε μέσα στόν καύσωνα τῆς φωτιᾶς.
Ἐκεῖνος πού περπάτησε  πάνω στή φουρτουνιασμένη θάλασσα ἔδωσε τή δύναμη καί στον Πέτρο νά περπατήσει κι αὐτός. Ὅση ὥρα εἶχε τά μάτια του στραμμένα στόν Χριστό, προχωροῦσε ἀψηφώντας τά μανιασμένα κύματα. Ὅταν ἡ προσοχή του «καρφώθηκε» σ᾽ αὐτά, δείλιασε καί βούλιαξε. Μά καί πάλι μέσα στήν ἀδυναμία του καί τό φόβο του φώναξε στό Χριστό: «Κύριε βοήθοι μοι» καί ὁ Χριστός τοῦ ἅπλωσε τό χέρι Του καί τοῦ εἶπε: «ὀλιγόπιστε εἰς τι ἐδίστασας;»
     Ὁ Χριστιανός δέν ἀπελπίζεται. Κι ὅταν ἀκόμα ὀλιγοπιστεῖ καθώς κινδυνεύει νά βουλιάξει μέσα στό πέλαγος καί τίς τρικυμίες τῆς ζωῆς, ξέρει πώς ὁ Χριστός τοῦ ἁπλώνει τό χέρι Του καί δέν τόν ἀφήνει νά χαθεῖ. Ἡ ὑπομονή πού παίρνεις ἀπό τήν πίστη και τήν ἐλπίδα στό Θεό εἶναι ἀναίμακτο μαρτύριο συνειδήσεως, ἀλλά καί ἐλευθερία καί ἡρωϊσμός καί ἀρχοντιά. Ἡ αὐτοκτονία δέν εἶναι πράξη ἡρωϊκή. Εἶναι ἡ σφραγίδα τῆς ἀπελπισίας, ἐγωϊσμός, ὑποδούλωση καί αὐτοπαράδοση στό διάβολο, σ᾽ ἐκεῖνον πού μαζί μέ τό σῶμα ἀποκτείνει καί τήν ψυχή.
     Πρέπει νά βοηθήσομε τό λαό μας νά ἐπανεύρει ἤ νά μή χάσει τό πολύτιμο «τζιβαερικό» του, τό θησαυρό τῆς πίστεως. Ἔχομε Θεό πατέρα. Εἴμαστε λαός δικός Του καί «πρόβατα νομῆς» Του. Ζοῦμε καθημερινά μέσα στήν πρόνοιά Του. Ἀκόμα καί οἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς μας εἶναι ἀριθμημένες! (Ματθ. 10,30). «Ὁ διδούς τοῖς κτήνεσι τροφήν αὐτῶν καί τοῖς νεοσσοῖς τῶν κοράκων τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτόν» (Ψαλμ. 146), δεν θά θρέψει ἐμᾶς τά παιδιά του ἐν καιρῷ λιμοῦ; «Μή ἐπιλήσεται τοῦ οἰκτειρῆσαι ὁ Θεός ἤ συνέξει ἐν τῇ ὀργῇ αὐτοῦ τούς οἰκτιρμούς αὐτοῦ»;
(Ψαλμ. 76). Τό θαῦμα τοῦ χορτασμοῦ τῶν πεντακισχιλίων τό ξεχάσαμε; Μήπως στέρεψαν οἱ κρουνοί τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, τῆς Παναγίας τῆς Πορταΐτισσας στό Ἅγιον Ὄρος, πού ἔδωσε φλουρί στόν πεινασμένο γιά ν᾽ ἀγοράσει ψωμί, τῆς Γερόντισσας, τῆς Ἐλαιοβρύτισσας και τῆς οἰκονόμισσας, πού γέμισε τά ἄδεια πιθάρια τοῦ δοχειοῦ μέ λάδι τόσο πολύ, πού ξεχύλισαν;
     «Νεώτερος ἐγενόμην καί γάρ ἐγήρασα καί οὐκ εἶδον δίκαιον ἐγκαταλελειμμένον οὐδέ τό σπέρμα αὐτοῦ ζητοῦν ἄρτους» (Ψαλμ. 36). «Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καί ἐπείνασαν οἱ δέ ἐκζητοῦντες τόν Κύριον οὐκ ἐλαττωθήσονται παντός ἀγαθοῦ» (Ψαλμ. 33).
Νά μάθομε ἐμεῖς καί νά μάθομε καί στά παιδιά μας νά «ἐκζητοῦμε» τόν Κύριο.  Νἄμαστε «ζητιάνοι» στήν πόρτα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
    

    Μοῦ ἔλεγε ἕνας φτωχός πατέρας μέ ἑφτά παιδιά:  «Μιά  ζωή θυμᾶμαι τόν  ἑαυτό μου ζητιάνο μπροστά στήν πόρτα τοῦ Θεοῦ και ἡ ἀγάπη Του ποτέ  δέ  με στέρησε τά ἀγαθά Του». «Μή  μεριμνᾶτε» μᾶς λέγει ὁ Χριστός,  μήν ἀγωνιᾶτε, μήν ἀγχώνεστε! «Ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ και τήν δικαιοσύνην αὐτοῦ καί πάντα προστεθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. 6,33). Ποιά «πάντα»; Αὐτά, πού χρειάζεστε, αὐτά πού σᾶς εἶναι ἀναγκαῖα γιά νά ζήσετε. Ὄχι πλεονεξία. Ὄχι σπατάλη. Ὄχι πολυτέλεια. Ὄχι ματαιοδοξία. Ὄχι ἐπίδειξη. Ὄχι φαντασμένα μυαλά. Λιτότητα, ὀλιγάρκεια, ἁπλότητα.    Αὐτό εἶναι τό ἀσκητικό ἦθος τῆς παράδοσής μας. Νά κάνομε διάκριση ἀνάμεσα στό «τί θέλω» καί στό «τί χρειάζομαι» (Ἐπίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος Ware). Νά λέμε «δόξα σοι ὁ Θεός» γι᾽ αὐτά πού ἔχομε καί «ἔχει ὁ Θεός» γι᾽ αὐτά πού στερούμαστε. Αὐτά τά δύο ἀνοίγουν τούς κρουνούς τῆς ἀγάπης καί τῆς εὐλογίας τοῦ Θεοῦ στή ζωή μας.
     Κι ἀκόμα νά ἐπιστρέψομε ὅσοι μποροῦμε και ὅσο μποροῦμε στή «μάννα γῆ» καί στό φυσικό τρόπο ζωῆς. Τό συνιστοῦσε καί ὁ Γέροντας Παΐσιος αὐτό. Εἶναι εὐλογία νά καλλιεργεῖς τη γῆ καί νά τήν ποτίζεις μέ τόν τίμιο ἱδρώτα σου. Ἡ ἀγάπη στή φύση, στά ζῶα, στά πουλιά καί ἡ χαρά τῶν ἀγαθῶν πού σοῦ προσφέρουν αὐτά σέ ἰσορροποῦν ψυχικά καί σωματικά.


     Ὅσο ἀγαπᾶς τό Θεό, τόσο ἀγαπᾶς, νοιάζεσαι καί συμπονεῖς τό συνάνθρωπο. Ἡ φιλοθεΐα ἀνοίγει τό δρόμο τῆς φιλανθρωπίας. Ἀλλά και ἡ φιλανθρωπία σίγουρα ὁδηγεῖ στή γνώση τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἐπιτακτική ἡ ἀνάγκη στήν παρούσα οἰκονομική ὕφεση νά ἀναδειχθεῖ ἔτι περισσότερο αὐτή ἡ μεγάλη ἀρετή τῆς φυλῆς μας, πού λέγεται ἀλληλεγγύη, ἐλεημοσύνη, φιλανθρωπία. Πάντοτε, ἀλλά ἰδιαίτερα τώρα εἶναι ἐπίκαιροι οἱ πύρινοι λόγοι τῶν Μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τήν κοινωνική δικαιοσύνη, γιά τόν πλοῦτο καί τούς «πλουτοῦντας», γιά τούς ἐκμεταλλευτές, γιά τούς τοκογλύφους, γιά τούς σκληροκάρδιους καί ἀνελεήμονες, γιά τήν ἐλεημοσύνη, γιά τή συμπάθεια τῶν ἐπιδεομένων καί γιά τή «μνεία τῶν πενήτων ἐν ταῖς προσευχαῖς». Ἡ ἀρετή τῆς ἐλεημοσύνης δέν ἀφορᾶ μόνο τούς πλούσιους, ἀλλά καί τούς φτωχούς, γιατί δέν εἶναι ὑπόθεση χρημάτων, ἀλλά καρδιᾶς. Ὅλοι πρέπει νά ἔχομε σπλάχνα οἰκτιρμῶν, γιατί ὅλα, ἀκόμα καί το δίλεπτο τῆς χήρας, τά εὐλογεῖ καί τά πολλαπλασιάζει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος εἶπε ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν θά ζήσει μόνο μέ ψωμί. Ἀλλά καί ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά ζήσει χωρίς ψωμί (Ἐπίσκοπος Κάλλιστος Ware).
     Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος λέει: «Ἄς πάρουμε τήν περίπτωση πού κάποιος ἀδελφός ἤ ἀδελφή δεν ἔχουν ροῦχα νά ντυθοῦν καί στεροῦνται τό καθημερινό τους φαγητό. Ἄν κάποιος ἀπό σᾶς τους πεῖ· ὁ Θεός μαζί σας. Πηγαίνετε στό καλό. Εὔχομαι νά βρεῖτε ροῦχα καί νά χορτάσετε φαγητό, ποιό τό ὄφελος ἄν δέν τούς δώσει κιόλας τά ἀπαραίτητα, πού χρειάζεται τό σῶμα;» (Ἰακ. 2,14). Ἕνας Ρῶσος φιλόσοφος, ὁ Ν. Μπερντιάγεφ εἶπε: «Τό ψωμί γιά τόν ἑαυτό μου εἶναι μιά ὑλική ἐπιδίωξη· τό ψωμί γιά τόν πλησίον εἶναι μιά πνευματική ἐπιδίωξη» (Ἐπίσκοπος Κάλλιστος Ware).
     Ὁ Προφήτης Δαβίδ λέγει: «Μακάριος ὁ συνιών ἐπί πτωχόν καί πένητα, ἐν ἡμέρᾳ πονηρᾷ ρύσεται αὐτόν ὁ Κύριος» (Ψαλμ. 46). Ἔχομε εὐθύνη γι᾽ αὐτούς, πού πεινᾶνε, γι᾽ αὐτούς πού χρειάζονται ἕνα πιάτο φαγητό, γι᾽ αὐτούς πού δέν ἔχουν νά ντυθοῦν, γι᾽ αὐτούς πού ζητοῦν ψωμί, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν καταγωγή τους ἤ τή θρησκεία τους. Γιά τά φαγητά πού πετᾶμε, θά δώσομε λόγο στό Θεό. Καί γι᾽ αὐτά τά παραπανίσια, πού ἀγοράζομε ἀπό ματαιοδοξία και πολυτέλεια θά μᾶς ζητήσει ὁ Χριστός λόγο ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως. Ὁ Κύριος εἶπε· «μακάριόν ἐστιν μᾶλλον διδόναι ἤ λαμβάνειν» (Πράξ. 20,35), καλύτερο εἶναι νά δίνεις παρά νά παίρνεις. Ὅσο πτωχός καί ἄν εἶσαι δίνε ἀπό τό ὑστέρημά σου τό δίλεπτον τῆς χήρας, ἕνα πιάτο φαγητό, ἕνα ποτήρι νερό, ἕνα χαμόγελο, ἕνα βλέμμα καλωσύνης, ἕνα πόνο καρδιᾶς, μιά προσευχή και τότε θά ζεῖς τό θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ καί τῆς εὐλογίας τοῦ Θεοῦ στή ζωή σου.
     Ἀγαπητοί μου· ἐπιτρέψετέ μου νά κλείσω τήν ἀποψινή ὁμιλία μου μέ τά σοφά λόγια ἑνός μεγάλου Ἁγίου καί Ὁμολογητοῦ τῆς Ὀρθόδοξης Σερβικῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Ἐπισκόπου Ἀχρίδος Νικολάου Βελιμίροβιτς, πού ἔζησε τόν περασμένο αἰώνα: «Ἡ σφραγίδα τῆς ἀπελπισίας εἶναι ἡ αὐτοκτονία. Ἀναρωτιέστε, γιατί ὑπάρχει τόση ἀπελπισία καί γιατί ὑπάρχουν τόσοι ἀπελπισμένοι στήν ἐποχή μας; Ἀπό τό ἄδειασμα τοῦ μυαλοῦ καί τήν ἐρημιά τῆς καρδιᾶς. Ὁ νοῦς δε σκέφτεται τό Θεό καί ἡ καρδιά δέν ἀγαπάει τον Θεό. Ὅλος ὁ κόσμος δέν μπορεῖ νά γεμίσει το ἀνθρώπινο μυαλό. Αὐτό μπορεῖ μόνο ὁ Θεός να τό κάνει. Χωρίς τόν Θεό ὁ νοῦς εἶναι πάντα  ἄδειος  καί ὅλες οἱ γνώσεις, πού μπαίνουν στό μυαλό, πέφτουν στήν ἄβυσσο. Ἡ ἀγάπη ὅλου τοῦ κόσμου δέν μπορεῖ νά γεμίσει τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, ἐπειδή ἡ καρδιά νιώθει πώς ἡ κοσμική ἀγάπη ἀλλάζει καί εἶναι σάν τήν παλίρροια και τήν ἄμπωτη τῆς θάλασσας. Ἀδελφοί μου, καί το μυαλό καί ἡ καρδιά μας ἀνήκουν στό Θεό και μόνο ὁ Θεός μπορεῖ νά τά γεμίσει μέ τή δύναμή Του: Νά τά γεμίσει μέ τή δική Του χαρούμενη σοφία, μέ τήν πίστη καί τήν ἀγάπη. 
Χωρίς τό Θεό ὅλα εἶναι ἀμάθεια.
Χωρίς τό Θεό ὅλα εἶναι στεναχώρια.
Χωρίς τό Θεό ὅλα εἶναι ἀπελπισία»
(Ἁγίου Νικολάου Ἀχρίδος, Ἀφυπνιστικοί Λόγοι μέσα ἀπό τό παράθυρο τῆς φυλακῆς- Μηνύματα στό λαό, Ἐκδόσεις «Ὀρθόδοξος Κυψέλη»).

Πηγή: Άγκυρα Ελπίδος Διμηνιαῖο Ὀρθόδοξο Περιοδικό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας.

Περιόδος Β΄, Τεῦχος 69, Ἰούλιος- Αὔγουστος 2012
πηγή    το είδαμε εδώ